Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Του ονείρου, του καπνού και της ανεμοζάλης

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Egon Schiele
 
"Πάει και το προηγούμενο πακέτο" λέω στον περιπτερά αγοράζοντας, μετά από λίγες ώρες ένα καινούριο. "Έτσι είναι κορίτσι μου" μου απαντά, "ο παίζων χάνει, ο πίνων μεθά κι ο αγαπών... αυτοκτονεί". Στα πόσα καίγεσαι λοιπόν; Πόσα πακέτα ζυγίζει η αγάπη, μια στιγμή του ονείρου, του καπνού και της ανεμοζάλης;

Λένε πως αν ζυγίσεις ένα τσιγάρο πριν κι αφού καεί (μαζί με τις στάχτες του) κι αφαιρέσεις το βάρος των δύο, το υπόλοιπο που θα σου μείνει αντιστοιχεί στο βάρος του καπνού. Μπαίνω ολόκληρη μες το τασάκι και ζυγίζομαι. Πριν και μετά. Αν η ψυχή ζυγίζει 21 γραμμάρια, πόσο ζυγίζει ο έρωτας; Ο καυγάς; Ο θυμός; Η άμυνα; Η αδυναμία; Ο εγωισμός; Η συνήθεια; Αν αφαιρέσω τις τριβές, θα βρω το καθαρό μας βάρος;

Τρέχω στη βιβλιοθήκη μου.

«Στη φυσική, βαρύτητα ονομάζεται η ιδιότητα των υλικών σωμάτων να έλκουν άλλα υλικά σώματα. Τα ελκόμενα σώματα κινούνται με επιταχυνόμενη κίνηση προς το έλκον σώμα. Οι έλξεις είναι αμοιβαίες.»


Αφήνω τη φυσική στην άκρη. Αλλάζω ράφι. Αίφνις, η μηλιά του Νεύτωνα γίνεται δρυς βασιλική:

«Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της…και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας…»(1)


Θ’ αντέξει άραγε ένα κλαδί το βάρος του πόθου μου; Αλλάζω ράφι. Πόσο ζυγίζει η αγάπη; Ένα άλφα ίσως:

«Όπου στέκομαι όπου πάω
- θα στο πω!
Με το νου μου λέω:- δε σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπάω!
Μέσα στο –άω, μέσα στο –άω
Πότε πως ουρλιάζει ένα σκυλί,
Πότε να στενάζει ένα φιλί
Γρικάω»(2)


Πόσο ζυγίζει η αγάπη, ρωτάω το άλλο ράφι.

«Ένα πολυεκατομύριο δισχιλιεκατοστά, ένα οκτακοστομυριοστό, ένα θαυμασιοστό κι ένα ευρωεκατομυριοστό… δυο τραβήγματα αυτιών… εφτά σοκολατάκια… πιο λίγο από τον άνεμο… πιότερο κι από ολάκερη τη γη»(3)


Να εφεύρω μόνη μου λοιπόν το βάρος της αγάπης; Ζυγίζω στα χέρια μου ακόμη ένα βιβλίο. Μια σελίδα. Τρεις ερωτήσεις. Τρεις απαντήσεις:


ΚΡΙΤΗΣ: Όταν αυτός ο άνθρωπος τρέχει, εσύ τι κάνεις;
ΝΕΡΑΪΔΑ: Λαχανιάζω.
ΚΡΙΤΗΣ: Όταν χτυπάει και γδέρνει το χέρι του;
ΝΕΡΑΪΔΑ: Ματώνω.
ΚΡΙΤΗΣ: Όταν μιλάει στον ύπνο του ή ροχαλίζει;
ΝΕΡΑΪΔΑ: Ακούω τραγούδια.(4)

Έκλεισα με δύναμη το βιβλίο. Έσβησα το τσιγάρο. Ζύγισα τις στάχτες, τους ιδρώτες, τις ανάσες, τις λέξεις, τη μουσική, το χρόνο που πέρασε, τα σεντόνια. Πρόσθεσα, αφαίρεσα, απλοποίησα, στρογγυλοποίησα:

 


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethismenoParamythi-451#ixzz2aedw5RsW

                                                                                                              (Πρώτη Δημοσίευση: 14.2.13)