Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

FACE IT

 
                                                                                  ….με αφορμή τα έργα της Εμιλίας Ξανθοπούλου*



Αυτογνωσίας και ναρκισσισμού γωνία, τοποθέτησα προσεκτικά έναν καθρέφτη. Έναν καθρέφτη φίλο, να με βλέπει και να τον βλέπω όποτε αμφιβάλω ή ψάχνω επιβεβαίωση. Να μου λέει μόνο αλήθειες, ακόμα κι αν πονούν. Να με κοιτά με έγνοια αγάπη θαλπωρή. Κι ας μη μου χαριστεί καθόλου.








Πώς είμαι; Ρωτούσα τον καθρέφτη κι αυτός μ’ απαντούσε με πινελιές και χρώματα.
 

Έβλεπα ξάφνου γύρω μου πουλιά κι εγώ δεμένη με τη γη να τα ζηλεύω. Αντί για μαλλιά, να’ χω σύννεφα έτοιμα για βροχή και μάτια γεμάτα με λιακάδα. Πώς είμαι; Κι ενώ είχε άπνοια, στον καθρέφτη μου φυσούσε αέρας. Και το μαντήλι που μου έσφιγγε το μυαλό, στο λαιμό μου χόρευε. Κι όλα μοιάζαν διάλλειμα σαν από ταξίδι.


Πώς είμαι, πες μου…εκλιπαρώ. Μα ο καθρέφτης, ανάσα δεν βγάζει από το στόμα μου. Μιλάω και οι λέξεις γίνονται μουτζούρα, μια αέναη υπογραφή της θλίψης. Ακόμη και τα δάκρυα στρίβουν απ’ το μάγουλο γι’ αλλού. Μα γιατί πώς είμαι, πες μου…












Κι αυτός μου κλείνει το μάτι και ρίχνει κάθετες λιαχτίδες πάνω μου. Μου βάφει τα μάτια δειλινό και το πρόσωπο λευκό σαν χιόνι. Από τ’ αυτιά μου κρέμονται ρίζες, σπίτια, λέξεις που άφησε πίσω μου η ζωή, ως τώρα.


Γιατί όχι… τώρα ο καθρέφτης μου με γδύνει. Δεν αντιστέκομαι. Μπορεί και να μ’ αρέσει. Μη με πονέσεις παρακαλώ. Μα εσύ είσαι ίδια η φωτιά, επιμένει. Όχι, εγώ δεν τον ακούω. Καλύπτει το σώμα μου με φύλλα. Να μη βλέπω τα σημάδια κι όλους αυτούς που το κατοίκησαν.









Αχόρταγη πια στον καθρέφτη μου με ψάχνω με μανία. Κι είμαι εδώ σαν αναγεννησιακός ήρωας ή σαν τραγούδι αγαπημένο να ζητάω έλεος ή μια απάντηση από τον ουρανό. Κι ένας θεός να μου πετά στο πρόσωπο το χρώμα πίσω.


Μεγάλωσες απότομα, μου λέει ο καθρέφτης φίλος. Κι εγώ θέλω να του σπάσω τα μούτρα. Μα γίνεται η γροθιά μου χάδι, μητρικό.


Είναι εκεί και παρακολουθεί. Συλλαμβάνει τα καφέ μου, τα μαβιά, κάθε λαδιά μου ενοχή, κάθε γαλανή λαχτάρα. Μου ανεβοκατεβάζει τις ηλικίες, μου μπερδεύει τα φύλα, τις εποχές, μπλέκει φτερά μες τα μαλλιά μου. Κι όταν δεν κλαίω κοιτάζοντας τον, κι όταν δεν απορώ… τον ευχαριστώ βαθειά. Για όλα αυτά που μου ‘δειξε πως είμαι.

Ευχαριστώ και την Eμιλία Ξανθοπούλου. Γι’ αυτό το μαγικό ταξίδι.




***
 
Εμιλία Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1983. Σπούδασε ζωγραφική στο Τμήμα Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ, απ' όπου αποφοίτησε με άριστα. Το 2006 και για ένα χρόνο φοίτησε με πρόγραμμα ανταλλαγών στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Το 2009-2010 συμπλήρωσε την εικαστική της παιδεία με μεταπτυχιακές σπουδές στο Central Saint Martins College του Λονδίνου, όπου και βραβεύτηκε με το βραβείο Mishcon De Reya Art Prize. Έχει πραγματοποιήσει τέσσερις ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε πολλές ομαδικές.


Εμιλία Ξανθοπούλου "face it" - ατομική έκθεση ζωγραφικής
Διάρκεια έκθεσης: 11 Δεκεμβρίου 2014- 17 Ιανουαρίου 2015
Γκαλερί «Ένα»:  Βαλαωρίτου 9γ, Αθήνα, τηλ.: 210 3388501


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/FACE-IT-0#ixzz3M2hNaw3V

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ο γύρος του κόσμου μου…


(με αφορμή την πρεμιέρα της παράστασης «Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 μέρες» του Ιουλίου Βερν που ανεβαίνει στην Παιδική Σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου στις 12 Οκτωβρίου...)


                                                                                                         Φωτογραφία: Κώστας Αμοιρίδης



Η μαμά ανοίγει την πόρτα του σαλονιού. Το μικρό έκπληκτο προβάλει το κεφαλάκι του στην πόρτα. Για να ανοίξει και να φωτιστεί έτσι το σαλόνι θα πρέπει να ‘χουμε βεγγέρα… κι όμως ο μόνος επισκέπτης είναι ένα μεγάλο κουτί στην αγκαλιά του μπαμπά. «Για έλα εδώ…έχουμε δουλειά».


Η δουλειά ήταν να βάλουμε ράγες στη σειρά, να συναρμολογήσουμε τα βαγόνια και να θέσουμε το ηλεκτρικό τρενάκι σε λειτουργία. Και να η μηχανή διασχίζει το χαλί, περνάει κάτω από σεμεδάκια, τινάζει τα κρόσσια από τις πολυθρόνες και μπρος στα τεράστια μάτια μας, ταξιδεύει μετατρέποντας ένα  φθινόπωρο σε συναρπαστική περιπέτεια.



Είμαστε στα γόνατα και το χαιρετάμε σαν μικροί γίγαντες σε λιλιπούτεια αποβάθρα. Αρπάζω το βαγόνι στις χούφτες και κοιτάω μέσα από τα παράθυρα. Χωράω άραγε κι εγώ; Πάρε με μαζί σου…τρένο. Άσε με να δω τη θέα ταξιδεύοντας. Κι ας μοιάζει ο κόσμος όλος με ανεξερεύνητο σαλόνι. Πάμε… και θα φανταστώ εγώ τα υπόλοιπα. Εγώ κι ο Ιούλιος Βερν…


Sancho 003 - Apiequacha








Θα ακολουθήσω τον Φιλέα Φογκ στο μεγάλο του ταξίδι. Θα κάνω κι εγώ τον γύρο του κόσμου σε 80 μέρες. Ή σε 80 λεπτά. Όσο προλάβω. Από το ράφι θα ξεκινήσω. Από μια μινιατούρα τηλεφωνικού θαλάμου, ένα αναμνηστικό από το Λονδίνο. Θα μπω μέσα θα σηκώσω το τηλέφωνο και τα ρολόγια του σπιτιού θα πάνε πίσω. Τότε που ούτε αμάξια υπήρχαν, ούτε αεροπλάνα, ούτε υπολογιστές να φέρνουν την Αστραλία πιο κοντά. Πηδάω γρήγορα στο τρένο. Πρώτος στόχος ο πίνακας πάνω από την εταζέρα. Εκεί είναι το Παρίσι. Ο πύργος του Άιφελ, οι μοδάτες κυρίες και μια γλώσσα με παράξενους τονισμούς. Κάνω τα λευκά μαξιλάρια βουνά και τα ονομάζω Άλπεις. Βάζω το τρένο να περάσει ανάμεσά τους. Χιονίζει στον ανθισμένο καναπέ, το τρένο δυσκολεύεται πέφτει πάνω στο χαλί, δίπλα στο παράθυρο. Τα πατζούρια ανοιγοκλείνουν και με την απλωμένη χρωματιστή μπουγάδα στο μπαλκόνι και τα βουλωμένα λούκια από τη βροχή, έφτασα στη Βενετία. Αφήνω για λίγο το τρένο και κρεμιέμαι από το φωτιστικό. Πρέπει να διασχίσουμε θάλασσες και στεριές όσο πιο γρήγορα γίνεται. Να βρεθούμε στην Αφρική. Κάνω τον σκύλο μου δελφίνι και τον βλέπω να χοροπηδάει γελώντας να με φτάσει. Και ιδού η Αλεξάνδρεια, κάτω από το τραπέζι. Κατεβαίνεις κατακόμβες και να το πορτατίφ ο φάρος και η μεγάλη βιβλιοθήκη στη γωνία. Σκαρφαλώνω τα ράφια και φτάνω μέχρι την κορφή, στο Playmobilκαράβι. Γραπώνομαι στα κατάρτια και διασχίζω τον Ινδικό Ωκεανό με ανεμοθύελλες καταιγίδες κεραυνούς. Ναι βλέπω και αστροπελέκια στην πόρτα του σαλονιού. «Τι έχεις κάνει εδώ μέσα τρελόπαιδο… γρήγορα στο δωμάτιο σου!».



Με κατεβασμένο το κεφάλι χαιρετάω το πλοίο, το τρένο, το σαλόνι, τον κόσμο μου. Και υπόσχομαι με την πρώτη ευκαιρία να ολοκληρώσω την περιπέτεια που ξεκίνησα. Είναι συναρπαστικό να ταξιδεύεις… σαν τον Οδυσσέα. Να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος… που λέει κι ένα ποίημα που συνάντησα στο ταξίδι μου.




Ελάτε να κάνουμε μαζί το «Γύρο του Κόσμου σε 80 μέρες»!


Βασιλικό Θέατρο (12/10/2014 - 29/03/2015)



Συγγραφέας: Βερν, Ιούλιος
Σύλληψη: Χατζηαδαμίδης, Στέλιος
Θεατρική διασκευή: Χατζηαδαμίδης, Στέλιος
Σκηνοθεσία: Μύρκου, Τατιάνα
Σκηνικά: Παπαγεωργίου, Κατερίνα
Κοστούμια: Παπαγεωργίου, Κατερίνα
Χορογραφία: Μήτσικα, Ιωάννα
Μουσική: Σιώτας, Φώτης
Μουσική: Sancho 003
Δραματουργική επεξεργασία: Πεχλιβανίδης, Χάρης
Φωτισμοί: Κάλτσου, Στέλλα
Στίχοι: Τσικάρα, Μάρα
Μουσική διδασκαλία: Μπάρλας, Παναγιώτης
Video Art: Σανιώτης, Γιάννης
Συντονισμός εκπαιδευτικού προγράμματος: Μήτσικα, Ιωάννα
Βοηθός σκηνοθέτη: Μακροδημήτρη, Πέλλα
Βοηθός σκηνογράφου: Μπουρνά, Ανθούλα
Βοηθός ενδυματολόγου: Μπουρνά, Ανθούλα
Βοηθός φωτιστή: Κόντα, Μαρίνα
Οργάνωση παραγωγής: Ανδρώνη, Αθανασία




Ηθοποιοί
Αβραμάκη, Μαριάννα
Ανδρέου, Μαίρη
Ζαφειριάδης, Αλέξανδρος
Κιουρκτσόγλου, Δάφνη
Λιάκος, Βασίλης
Μακροδημήτρη, Πέλλα
Μιχαλακίδης, Μιχάλης
Νεράντζης, Άγγελος
Παπαδόπουλος, Τιμολέων
Ρέστας, Θανάσης
Σαμψαλάκης, Γιάννης
Σπυρόπουλος, Αλκιβιάδης
Τουμανίδου, Χρύσα
Τσικάρα, Μάρα
Χατζή, Αγγελική




Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση, στην ιστοσελίδα του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος:
http://www.ntng.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=2&production=41204


                                                                                                            Πρώτη δημοσίευση: 9.10.2014
Πηγή:  http://www.exostispress.gr/Article/o-giros-tou-kosmou-mou-0#ixzz3GZt33MfZ

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

 

 

Γυμνός πάνω στην πέτρα

 

 

Ο Κωστής, τέλη της δεκαετίας του 90, ένιωθε και ήταν πλούσιος. Είχε παρατήσει το πανεπιστήμιο, είχε σταματήσει το χαρτζιλίκι από τους γονείς στο χωριό και απολάμβανε με καμάρι τη νυχτερινή ζωή της πόλης δουλεύοντας σε μπαρ. Καταξιωμένος, σοβαρός και αλητήριος, κέρδιζε την εμπιστοσύνη αφεντικών και θαμώνων. Κάθε βράδυ έβλεπε την μπάρα να γεμίζει δικούς του πελάτες. Χθεσινούς αγνώστους, που γούσταραν να τον βλέπουν να χειρίζεται σαν μάγος τα μπουκάλια, να τους προλαβαίνει σερβίροντας το αγαπημένο τους ποτό, να αστειεύεται, να ακούει, να σωπαίνει,  να φλερτάρει, να κόβει, να ράβει με τον αέρα επαγγελματία που χαίρεται αυτό που κάνει και δεν έχει ανάγκη κανέναν.

Εκείνο το καλοκαίρι, αφού απέρριψε πολλές προτάσεις, επαγγελματικές και μη, κίνησε να δουλέψει με τους δικούς του όρους στο νησί. Είχε το αμαξάκι του, τον λευκό του σκαραβαίο, τη μισή μέρα ελεύθερη και το βράδυ τύπος και υπογραμμός, στις επάλξεις του καλύτερου μπαρ του νησιού. Και γέμιζε η μπάρα με κορίτσια, με αγόρια, με μεσήλικες, με ηλιοκαμένες φατσούλες που γλεντούσαν σαν να ήταν οι τελευταίες τους διακοπές. Και να τα σφηνάκια, οι προπόσεις, τα σέικερ, οι εξομολογήσεις, τα κοκτέιλ, οι ιστορίες, τα σκέτα μαλτ, τα ρούμια πορτοκάλι μέχρι το πρωί. Πέρασαν πολλές ζωές, μεζούρες, και δραχμές από τα χέρια του. Κι αφού έφευγε κι ο τελευταίος παραπατώντας στο καλντερίμι, ο Κωστής, πλήρωνε το προσωπικό κι έκλεινε ταμείο. Τύλιγε το μασούρι των εισπράξεων, το ‘χωνε στην τσέπη για να το παραδώσει ακέραιο την άλλη μέρα στο αφεντικό. Έκλεινε τα φώτα, έβαζε Keith Jarrett στο πιάνο, Lagavulin στο ποτήρι και χάζευε τα χρώματα να αλλάζουν στον ουρανό.

Τρεις μήνες και κάθε μέρα κέρδιζε όλο και πιο πολλά χρήματα, πόντους και αγάπη από το νησί. Το τελευταίο του βράδυ, οργανώθηκε ερήμην του και προς τιμήν του γλέντι τρικούβερτο. Οι μισοί έκλαιγαν, οι άλλοι μισοί μέθυσαν τόσο που ξέχασαν γιατί πίνανε. Κι αυτός εκεί, σέρβιρε γελούσε δίπλωνε προσεχτικά χαρτάκια με τηλέφωνα και διευθύνσεις για πιθανές χειμερινές επικοινωνίες, κι ανυπομονούσε να μπει στο καράβι την άλλη μέρα το απόγευμα και να εξαφανιστεί από όλο αυτό το γλυκό δέσιμο, όσο το άντεχε… γιατί λίγο ακόμη και θα έμενε για πάντα εκεί. Γι’ αυτό άλλωστε άφησε από νωρίς το σπίτι, χαιρέτησε τους γείτονες, φόρτωσε το αμάξι και με το εισιτήριο στο ντουλαπάκι σιγούρεψε το φευγιό του. Αποχωρούν κι οι τελευταίοι τρεκλίζοντας στα καλντερίμια, πληρώνει, κλείνει ταμείο. Ο ίδιος είχε πληρωθεί αδρά από το ικανοποιημένο αφεντικό, που όπως κάθε βράδυ αποσύρθηκε νωρίς ― ραντεβού την άλλη μέρα στο λιμάνι, να του δώσει το υπέρογκο μασούρι με τις εισπράξεις. Ο Keith Jarrett στο πιάνο, Lagavulin στο ποτήρι, τα χρώματα να αλλάζουν στον ουρανό, κλειδώνει κι αρχίζει να περπατά το νησί. Βήμα και αποχαιρετισμός. Χώνεται στο αμάξι και πάει και πιο πέρα, στα νεκροταφεία, στην Κάτω Μεριά, στην Πέρα Μεριά, στο Μοναστήρι, στην αγαπημένη του παραλία. Βγάζει τον υπνόσακο από το πορτ μπαγκάζ, ασφαλίζει τις εισπράξεις κάτω από τη θέση του συνοδηγού, κρατάει στην τσέπη την αμοιβή του, σαν πολύτιμο θησαυρό, σαν απόδειξη χειροπιαστή ότι είναι επαγγελματίας που αγαπάει αυτό που κάνει και δεν έχει ανάγκη κανέναν. Την πέφτει κάτω από μια σκιά, βγάζει και τα ρούχα του και αποκοιμιέται γλυκά μεθυσμένα και δίκαια.



Μετά από λίγες ώρες, ο ήλιος άρχισε να του γαργαλά τα βλέφαρα. Κι ένα αδέσποτο κουτάβι να του γλείφει τη μύτη. Πού ‘σαι ρε μούργο; Τον χάιδεψε γλυκά, τεντώθηκε κι όρμησε γυμνός για μια τελευταία αποχαιρετιστήρια βουτιά. Χαιρέτησε ψάρια βράχια φύκια μέδουσες κι αχινούς. Τίναξε τις σταγόνες και κατευθύνθηκε προς τα πράματα του. Τον υπνόσακο, τη θήκη, τα παπούτσια, το μπλουζάκι που παρόλη τη νύστα είχε διπλωθεί άψογα και το πα… το πα… πού…  κά..που εδώ… εκεί… πού μπορεί να είναι το παντελόνι του;

Η παραλία ερημική, αποκλείεται κάποιος να κατέβηκε ξημερώματα και να του βούτηξε το παντελόνι, είναι μακρύ, είναι τζιν, έχει δερμάτινη ζώνη και μια τσέπη με τα κλειδιά του αμαξιού που στο ντουλαπάκι έχει το εισιτήριο και κάτω από τη θέση υπάρχουν οι εισπράξεις. Και η αμοιβή του, στο παντελόνι κι αυτή, λίγο πιο κει, στη μικρή που βάζεις τα ψιλά, είχε στριμώξει τα χοντρά, που τόσο περήφανα και ιδροκοπώντας και ξενυχτώντας και ακούγοντας τον κάθε μαλάκα μπεκρή να λέει τις κωλοϊστορίες του, έβγαλε μετά από τρεις μήνες.

Ψύχραιμα, Κωστή, κάπου εδώ θα είναι, σκέφτηκε και κοίταξε γύρω του προσεχτικά. Κι όμως, ο σκαραβαίος ήταν λίγο πιο πίσω του, λευκός και ακέραιος, παρκαρισμένος εκεί ακριβώς όπως τον άφησε λίγες ώρες νωρίτερα. Αν είχε κλέψει κάποιος το παντελόνι, θα ‘βρισκε τα κλειδιά, θα έκλεβε και τ’ αμάξι, έτσι δεν είναι; αναρωτιόταν και καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που αρνιόταν να πάρει κινητό τηλέφωνο. Κι αν είχε, ποιον θα έπαιρνε, κι άντε να εξηγήσει στο αφεντικό του τι έγιναν τα λεφτά, κι άντε να εξηγήσει στην πόλη γιατί γύρισε ρέστος και ταπί μετά από τόση δουλειά.

Μόνος συμπαραστάτης ο μαύρος τρελαμένος κούταβος που τριβόταν στα πόδια του ζητώντας χάδια και παιχνίδια.

Έλα, ρε Μούργο, λέγε… είδες κανέναν να κατεβαίνει στην παραλία, είδες μήπως το παντελόνι μου… έλα, γλυκό μου σκυλάκι, βοήθησε με, σε ικετεύω. Ο σκυλάκος τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, έγειρε αριστερά το κεφάλι, σήκωσε τα αυτιά και κίνησε προς τα πέρα. Κοντοστάθηκε και κοίταξε πάλι τον Κωστή σαν να του φώναζε… ακολούθησέ με. Μια και δυο, σηκώνεται και τον ακολουθεί. Μπροστά πάει ο σκύλος, πίσω ο Κωστής, γυμνός. Η ουρά του πρώτου σαν έμπειρος ανιχνευτής χαμένων παντελονιών και κρυμμένων θησαυρών, η ουρά του δεύτερου να σέρνεται στην άμμο. Διέσχισαν αμμόλοφους, θάμνους, βάτους… παντελόνι πουθενά. Ο Κωστής, ιδρωμένος και γρατζουνισμένος, με καμένες πατούσες και θολωμένο μυαλό, μια κοιτούσε μπροστά τον σκύλο, μια κοιτούσε αν ο σκαραβαίος είναι ακόμη στη θέση του και δεν έγινε κι αυτός και οι εισπράξεις καπνός. Έλα, καλό μου σκυλάκι, δεν με δουλεύεις… δεν σπας πλάκα… ψυχούλα μου, έτσι δεν είναι, γαμώ το κερατό σου, βρωμόσκυλο… Απτόητος ο μικρός, αφού τον πήγε μια μεγάλη βόλτα, αφού κατούρησε ό,τι θάμνο και σκουπίδι έβλεπε μπροστά του… τον γύρισε ακριβώς εκεί από όπου ξεκίνησε, στον τόπο του εγκλήματος. Στο μηδέν. Στο χωρίς παντελόνι. Χωρίς λεφτά, κλειδιά και φιλότιμο.

Η ώρα περνούσε μάλλον, το ραντεβού του με το αφεντικό θα πλησίαζε ή θα ‘χε κιόλας περάσει ―το κωλόπαιδο το’ χα σαν παιδί μου― τον άκουσε να λέει, το καράβι φαινόταν ήδη στο λιμάνι και η αυτοπεποίθηση κι η σιγουριά του αγαπημένου αγοριού του νησιού βυθίζονταν αμαχητί μέσα στην άμμο. Κι εκεί που αναθαρρούσε, ερχόταν ένα κύμα και την γκρέμιζε οριστικά. Καθισμένος γυμνός πάνω σε μια πέτρα, με έναν σκύλο παραδίπλα να κυλιέται στα φύκια, ανακαλούσε όλη του τη ζωή. Το πανεπιστήμιο, τους δικούς του στο χωριό, το μάταιο της ύπαρξης. Κι όμως, ήταν άδικο. Δεν είχε πειράξει κανέναν. Δεν είχε κλέψει, ούτε κοροϊδέψει, ούτε μαλώσει, ούτε πληγώσει κανέναν. Δεν είχε δώσει δικαίωμα ποτέ. Γιατί σ’ αυτόν, γιατί τώρα, γιατί έτσι;

Από μακριά, το καράβι γεμίζει σφυρίζοντας, ανθρώπους ίδια μυρμήγκια. Τέτοια είμαστε. Μαλακισμένα έντομα που κουβαλάνε ψίχουλα, κάτω από τη σόλα ενός μεγάλου παπουτσιού. Ακόμη και ο σκύλος απελπίστηκε με αυτές τις σκέψεις, σηκώθηκε, τινάχτηκε και κίνησε προς μια δική του, άγνωστη κατεύθυνση. Σαν να ξύπνησε ο Κωστής, τον πήρε πάλι από πίσω.

Σκαρφάλωνε βράχια ο μικρός ανέμελα, σκαρφάλωνε κι ο μεγάλος. Και να σου μπροστά του, ένα χαρτάκι καλά διπλωμένο με ένα γυναικείο όνομα κι ένα τηλέφωνο. Και πιο κει ένα άλλο με μια διεύθυνση ενός τύπου στο Βερολίνο. Κι ένα άλλο να το παίρνει ο αέρας. Και ιδού, πάνω σε μια πέτρα, καυτή από τον ήλιο και τη σοφία, κείτονταν το περιβόητο τζιν μακρύ παντελόνι. Σαν λάφυρο πολέμου. Σαν κάτι να σπάει τη μοναξιά του κουταβιού, στην ερημική παραλία. Με τη ζώνη χαλαρή και την τσέπη γεμάτη με κλειδιά και πολλά λεφτά ― εκείνες τις δόλιες τις δραχμές, τάλιρα και δεκάρικα τσίλικα καλά μασουριασμένα. Ο Κωστής άρχισε να χοροπηδάει τσιρίζοντας, κλαίγοντας σχεδόν, να αγκαλιάζει τον σκύλο, να τον φιλάει και να τον γλείφει στη μουσούδα. Ο σκυλάκος τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, έγειρε αριστερά το κεφάλι, σήκωσε τα αυτιά και κίνησε προς τα πέρα.

Όλα τα υπόλοιπα έγιναν όπως έπρεπε. Δόθηκαν τα χρήματα στο αφεντικό, το αμάξι μπήκε στο καράβι κι ο Κωστής γύρισε νικητής στην πόλη ― έστω προσωρινά. Κι η ζωή συνεχίστηκε.

Είχε σχεδόν ξεχάσει αυτήν την ιστορία. Τη θυμήθηκε μετά από τόσα χρόνια όταν ξαναβρέθηκε γυμνός σε μια πέτρα πάλι να αναρωτιέται… Γιατί σ’ αυτόν, γιατί τώρα, γιατί έτσι; Κι ούτε ένας χαρούμενος σκυλάκος να κυλιέται στα φύκια δίπλα του ― έστω να σπάει πλάκα μαζί του. Ούτε Lagavulin στο ποτήρι, ούτε καν o απόηχος της μουσικής του keith Jarrett στ’ αυτιά του. Κι η ζωή να πρέπει να συνεχίζεται.
 
 
Πρώτη Δημοσίευση: ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ "Βουνό ή Θάλασσα" (24.08.14) http://entefktirio.blogspot.gr/2014/08/blog-post_24.html

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Τα Ανοιχτά Παράθυρα




Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του G. Fr. Kersting



Είναι ησυχία. Απόγευμα τέλος Ιουνίου. Στο σπίτι παίζουν ο ανεμιστήρας, η κουρτίνα και το όνειρο του σκύλου. Σε λίγο μπαίνει στο παιχνίδι και το πληκτρολόγιο, έτσι αρχίζουν και οι υπόλοιποι να γκαζώνουν. Και να σου ο αέρας σαν να έρχεται πιο δυνατός, η κουρτίνα χαϊδεύεται πιο προκλητικά κι ο σκύλος τρέχει κάπου που έχει θάλασσα και κόκαλα και ελικοουρές έτοιμες για απογείωση.

Από το παράθυρο μαρσάρουν αμάξια, μηχανές, καλά παιδιά που σου καθαρίζουν το σπίτι, ανθοπώλες με μανόλιες απ’ τον κώλο ή απ’ το Βόλο- δεν άκουσα καλά, μανάβηδες, γυμναστές δίνουν στρατιωτικά παραγγέλματα, μυρίζει ιδρώτας και αγωνία λίπους που καίγεται, αεροπλάνα για αλλού, κάτι απροσδιόριστα πουλιά και κάποιος από κει που λέει πως δεν αντέχει.


Πριν λίγο μάλωναν οι από ‘δω. Σχεδόν μες την κουζίνα μου. Προσπάθησα να ετοιμάσω μια ομελέτα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Τη γύρισα χωρίς χειροκροτήματα και ενθουσιασμούς, την πιπέρωσα κι αυτοί ακόμα φώναζαν. Έπειτα αυτός βγήκε μόνος στο μπαλκόνι. Ή την είχε σφάξει ή την άφησε να φύγει. Τρέχα να τη βρεις, του ψιθύρισα ενώ χάζευα τα αβγά… μην της πεις τίποτα, χάιδεψε την απαλά μόλις να την ακουμπάς, κατέβα στο λαιμό της στην πλάτη της, αυτή δεν θα σ’ ακούει, θα μαζεύει πράματα δήθεν αποφασισμένα και σταθερά. Μπλόκαρέ την με τα χάδια σου, πρέπει να σε νιώθει, να σε μυρίζει, από τη μία τα πράγματα κι από την άλλη εσύ, πίσω της. Μα αυτή φταίει, μοιάζει να με διακόπτει αυτός. Όχου, πολύ ασχολήθηκα, σκέφτομαι και δίνω μια στον αέρα με την σπάτουλα. Μύρισε νοστιμιές η κουζίνα, ο δρόμος, ο καυγάς των απέναντι.


Πόσες φορές έχουν εκσφενδονιστεί ιδιωτικές στιγμές από τα δικά μου παράθυρα; Σκέψεις, έρωτες, παράφωνα τραγούδια ή μουσικές εξαίσιες, πληγές αιμορραγούσες, γλέντια, σιχτίρια, παρακάλια… Κι έπειτα περίοδοι απόλυτης ησυχίας, σφράγιζε το σπίτι με ενοχή, μετά την έκθεση. Τα καλοκαίρια βγάζουν χέρια τα παράθυρα κι εκλιπαρούν για λίγη προσοχή. Γύρω τους ανθίζουν αναρριχητικά κουτσομπολιά… Ποιος να μένει εκεί; Είναι καλά; Γιατί δεν ποτίζει τις γλάστρες του; Γιατί έχει κλειστά τα στόρια; Τι μαγειρεύει; Τι αγαπά; Τι σκέφτεται; Σε ποια θάλασσα να βράχηκε αυτό το μαγιό; Πού λιάστηκε η πετσέτα;


Βάζω ρίγανη και καλωσορίζω την ομελέτα στο πιάτο. Ρίχνω και λίγο γράπα στο ποτήρι για παρέα. Κι ενώ μασουλάω με ευχαρίστηση, απολαμβάνω τους ήχους από το  «θερινό σινεμά» της γειτονιάς.


Ένα μωρό κλαίει, κάποια τινάζει, ένα κομπρεσέρ βιάζεται να τελειώσει. Το λεωφορείο αδειάζει δίποδα στο δρόμο και ένα κορίτσι βάφει πατζούρια παρέα με τον Μπίγαλη. Οι φοιτητές μάλλον ακόμη θα κοιμούνται. Το βράδυ βλέπουν μουντιάλ. Έχουν βγάλει μεγάλη τηλεόραση στο μπαλκόνι και κάνω ζάπινγκ μαζί τους από απέναντι. Ή τους φωνάζω να το χαμηλώσουν. Χθες αντήχησε και γκολ. Νομίζω πως απ’ τα ανοιχτά παράθυρα εισέβαλαν φωνές από Καλαμαριά, από Εύοσμο, από Κρήτη, Καστελόριζο, Έβρο. Συντονίστηκε η αγωνία, η χαρά, σείστηκε η Ελλάδα από κάτι σαν φως. Ξύπνησε κι εμάς που κοιμόμασταν ή δεν μας άφηναν τα κουνούπια.

Πάω το πιάτο στην κουζίνα κι αυτός δεν είναι εκεί. Ελπίζω να μ’ άκουσε και πήγε να τη βρει. Μια μπουγάδα ξερνάει μαλακτικό, μύρισε μαμά ο δρόμος. Κάποιος με χαζεύει που χαζεύω. Μπαίνω μέσα γρήγορα. Κλείνω κουρτίνες και κάθομαι να γράψω. Στο σπίτι παίζουν ο ανεμιστήρας, η κουρτίνα και το όνειρο του σκύλου. Δεν είναι ησυχία πια. Έδωσα ρόλο στα ανοιχτά παράθυρα και δεν βάζουν γλώσσα μέσα. Άκου!


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi--ta-anoixta-parathira-0#ixzz35lPnhBCZ



                                                                                                       (Πρώτη Δημοσίευση: 26.06.2014)

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Κρυφακούοντας την Τρελοβγενιώ

 
 

«ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΙΚΡΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΤΑΣΗΣ. ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΑΝΕΒΟΚΑΤΕΒΑΙΝΕΤΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ ΜΕ ΗΣΥΧΙΑ»

 
 


Μια συνομιλία με μια παράσταση



Το σκάω όταν βρω ευκαιρία από το μεγάλο θέατρο δίπλα, σκαρφαλώνω στις μύτες τη σκάλα για τα καμαρίνια κι αφουγκράζομαι το μικρό. Από μέσα δεν ακούγεται τίποτα. Προσπαθώ να ανακαλέσω την αίσθηση του να λουφάζεις στη θέση σου και να εισπνέεις το σύμπαν της Τρελοβγενιώς… που τόσο γενναιόδωρα εκπνέεται από την Μαρία Τσιμά.

Ένα τραπέζι, ένα ποτήρι, δυο καρέκλες, άχυρα. Μια γυναίκα κάθεται και μας ξεδιπλώνει την ιστορία της. Η ιστορία έχει μάνα, μνήμη, μυρωδιά εξοχής, ιδρώτα, θυμού κι ανάγκης για αγάπη και τρυφερότητα. Έχει αδικία, έχει βία, πόνο, δυστυχία. Όλα αυτά φυλακισμένα κι αποξηραμένα στις σελίδες ενός φυτολογίου. Ξεφυλλίζει η Μαρία το παλιό ημερολόγιο και σου μεταδίδει την αφή γερασμένων φύλλων. Χαϊδεύω το μπράτσο της θέσης μου και ψηλαφώ την αλήθεια που σαν φρέσκο λουλούδι ανοίγεται μπροστά μου. Μια ανδρική φιγούρα σαν σκοτεινός δορυφόρος γύρω από το φως, βάζει τρικλοποδιές στην πλοκή. Κι εγώ από τη θέση μου θέλω να σηκωθώ να φωνάξω, να τρέξω να αγκαλιάσω τη μάνα, να χαϊδέψω την κόρη, την πληγή, να χτυπήσω τον κακό, να κάνω εγώ ποδήλατο για χάρη της, να φέρω την αγελάδα πίσω, να σκύψω και να πιω νερό από το πηγάδι.

Είμαι έξω απ’ το μικρό κι από μέσα δεν ακούγεται τίποτα, ίσως μόνο μουσική. Σκέφτομαι πως ηθοποιοί, θεατές και τεχνικοί έχουν μυηθεί σε μια υπέροχη συνομωσία. Ευαίσθητες χορδές οι αισθήσεις τους και το έργο τις αγγίζει απαλά. Μια μελωδία εξαγνισμού. Ανοίγουν μύτες, τρέχουν μάτια, το δέρμα ανατριχιάζει. Σε μια εποχή που προσπαθεί να σε ναρκώσει, ξαφνικά θυμάσαι πως είσαι ζωντανός. Πως συγκινείσαι, παρασύρεσαι, είσαι φτιαγμένος για να αγαπάς, θέλεις να σβήσεις την αδικία, να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, να μην ξανακάνεις λάθη. Μπαίνεις στην αίθουσα και βγαίνεις… πιο άνθρωπος. Ακόμη κι όταν είσαι απ’ έξω και προσπαθείς να αφουγκραστείς.

Ως τις 16 Μαρτίου στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών…
 

 

 
Συγγραφέας: Ινές Κανιατί
Μετάφραση: Ρενέ Ψυρούκη
Διασκευή: Μαρία Τσιμά, Γιάννης Αναστασάκης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης
Σκηνικά - κοστούμια: Κέλλυ Βρεττού
Μουσική: Σωτήρης Δεμπόνος, Αντώνης Λιβιεράτος
Φωτισμοί: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος

Ηθοποιοί
Μαρία Τσιμά
Γιάννης Καραμφίλης
Ηχογραφημένη φωνή: Χαρά Αναστασάκη.





Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi--krifakouontas-tin-trelobgenio-0#ixzz35lLiSDe3

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Στη χώρα του Καλύτερα, του Τότε, του Ποτέ…




Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Γιάννη Σταύρου


Μου άρεζαν πολύ τα μιούζικαλ. Από παιδί κουκουλωνόμουν στη ροζ κουβέρτα και ξενυχτούσα για να δω ζευγάρια να ίπτανται με χάρη πάνω από το έδαφος, κάποιον να μεταμορφώνει μια γκαντέμω καταιγίδα σε πανηγύρι του έρωτα και της βροχής, να βγαίνει ουράνιο τόξο κι ακολουθώντας δρομάκια με κίτρινα τούβλα, άκαρδοι φοβητσιάρηδες και κουτοί να ψάχνουν τη χώρα του Καλύτερα, του Τότε, του Ποτέ… Δες πόσο εύκολο είναι να τραγουδάς, να ζεις, να παίζεις, να μεγαλώνεις, να δραπετεύεις μες τη μουσική.

Το επόμενο γκρίζο πρωινό στο σχολείο, δυσκολευόμουν να πιστέψω πως είναι μόνο αυτό. Σκέτο. Γιατί δεν βγαίνουν απ’ τις αίθουσες οι μαθητές χορεύοντας στη μικροσκοπική αυλή, να τραγουδούν για το πόσο βαρετά είναι τα μαθήματα και πόσο όμορφο είναι το διάλειμμα. Τα κορίτσια πάνω στα κάγκελα και τα αγόρια από κάτω γονατιστοί να μας περιμένουν να χαθούμε στην αγκαλιά τους, να ζήσουμε καλλιτεχνικά ζευγάρια στη χώρα του Καλύτερα, του Τότε, του Ποτέ. Και κάθε φορά, το μιούζικαλ αναβάλλονταν για την επόμενη, τη μεθεπόμενη, την πολλά χρόνια αργότερα.

Τρεις μέρες πριν την πρεμιέρα, βιώνω την προετοιμασία και τον πανικό ενός τέτοιου εγχειρήματος*. Με πρωταγωνίστρια την ξεπεσμένη ντίβα: Θεσσαλονίκη, και την ανερχόμενη στάρλετ: Υπερπροσπάθεια 70και ανθρώπων να συνεργαστούν, να επικοινωνήσουν, να σωπάσουν, να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό σε κάτι που εκ βαθέων πιστεύουν ή έχουν εκπαιδευτεί να πιστεύουν. Ανεξαρτήτου αποτελέσματος λοιπόν, σε αυτό το μιούζικαλ, μεταξύ άλλων, η Θεσσαλονίκη ανατρέχει στο παρελθόν και αναπαριστά μια εποχή που δεν υπήρχε καχυποψία, ρατσισμός και διχόνοια… Εκεί όπου  Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί ζούσαν, μεγάλωναν, τραγουδούσαν και χόρευαν παρέα.


Τελειώνω αργά από την πρόβα και κατευθύνομαι με το ποδήλατο στο σπίτι. Περίπου 10’ διαδρομή. Ικανά για σκέψεις, απολογισμούς και όνειρα… Ήμασταν λέει όλοι μαζί… οι καλοί κι οι κακοί μαθητές παρέα, χορεύαμε με σκουφιά και κασκόλ μέσα στο κρύο, θρηνούσαμε τα ζόρια μας κι υμνούσαμε το διάλειμμα…τις μέρες που έρχονται… τις Χώρες του Καλύτερα, του Τότε, του Ποτέ… συγχρονισμένοι όλοι μαζί κι ερωτευμένοι με την πρωταγωνίστρια… ξεπεσμένη, ανερχόμενη, ψωνάρα και πανέμορφη Θεσσαλονίκη… εκεί στο ύψος της Λαγκαδά.

Φτάνω σπίτι πτώμα. Κι όσοι με πλησιάζουν, τοίχοι καθρέφτες σκυλιά κι αγαπημένοι, μου λένε πως βρωμάω από την κορφή ως τα νύχια καυσόξυλα. Η απόσταση των 10’ με το ποδήλατο, είναι ικανή να απορροφήσει την κατάντια της εποχής μας: Άνθρωποι να καίνε ό,τι βρουν για να ζεσταθούν κι αυτό να εκπέμπεται σαν αιθαλομίχλη στον αέρα και στα κυκλοφορούντα κορμιά αυτής της πόλης.

«Είναι από την πρόβα…» λέω και ψεύδομαι κι είναι σαν να ομολογώ όλη μας την αλήθεια «…από την σκηνή της πυρκαγιάς του 1917» …τότε που χάθηκαν τα πάντα για να ξαναγεννηθούν και να ξαναπεθάνουν και να αναστηθούν και να ξαναβουλιάξουν και να ξανανθίσουν στραβά στρεβλά μα φρέσκα και ικανά, ανάλογα την κατεύθυνση της Ιστορίας, ή την κατεύθυνση που θα τους δώσεις….

Το κοριτσάκι στη ροζ κουβέρτα τολμά να πει, έστω χωρίς τραγούδια και χορούς, πως θα ‘θελε η κατεύθυνση να είναι… ΑΠΟ ‘ΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΩ. Από δω και πάνω. Από δω και π….


* "Με μουσικές εξαίσιες… με φωνές!" Μια μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης, ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-sti-xora-tou-kalitera-tou-Tote-tou-pote-481#ixzz2oWpHheUr

                                                                                                   (Πρώτη Δημοσίευση 19.12.2013)

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Τίποτα

 

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Santhana Krishnan




- Τι θα κάνεις τις γιορτές;
- Τίποτα.
- Έλα πες… οικογενειακά; Ρεβεγιόν με φίλους;
- Μπα τίποτα…
- Καμιά εκδρομή;
- Τίποτα λέμε.
- Τι έχεις;
- Τ Ι Π Ο Τ Α.


Με τα τόσα τίποτα κόπηκαν κι οι ερωτήσεις. Αφού δεν σήκωνε και πολλά…
Έμεινε μόνος… τίποτα δεν περίμενε… τίποτα δεν συνέβη. Εκτός κι αν…


Έτσι όπως κρατάει το Τ Ι Π Ο Τ Α στα χέρια, σκαλώνει το δάχτυλο στην τρύπα του ΟΜΙΚΡΟΝ. Ντριννν… ακούγεται κάτι σαν κουδούνι. Κοιτάει γύρω του…ΤΙΠΟΤΑ. Ξαναπατάει το ΟΜΙΚΡΟΝ… ξανακούγεται το κουδούνι. Άκου να δεις… Στο χέρι του λοιπόν… στην καρδιά του τίποτα… υπάρχει ένα κουδούνι. Θα υπάρχει λογικά και μια πόρτα. Πράγματι, το ΠΙ στέκεται αριστερά του ΟΜΙΚΡΟΝ σαν πόρτα θεόρατη κλειστή. Τη χτυπάει κι αυτή δειλά με το χέρι, βάζει το αυτί του να ακούσει…ΤΙΠΟΤΑ. Είναι κανείς εδώ… ψιθυρίζει στη χούφτα του. Μπα… ΤΙΠΟΤΑ. Μετά από λίγη σκέψη, παίρνει το αρχικό ΤΑΥ… και το χρησιμοποιεί σαν σφυρί… ή καλύτερα τσεκούρι… και παλεύει να σπάσει με αυτό την κλειστή πόρτα του ΠΙ…ΤΙΠΟΤΑ. Παίρνει το ΓΙΩΤΑ και προσπαθεί, σαν έμπειρος ληστής, να διαρρήξει την κλειδαριά…ΤΙΠΟΤΑ. Δεν γίνεται… Του αποκαλύφθηκε από το τίποτα ένας ολόκληρος κόσμος… και δεν θα τον εξερευνήσει; Κοιτάει τι του ‘μεινε απ’ τη λέξη, το τελικό ΤΑ. Προσπαθεί να το πλέξει κι αυτό στο συλλογισμό του….


ΤΑ…
ΤΑ…ΠΙ με ΤΑΠΙ …άφραγκες γιορτές τι να τις κάνω…
(η πόρτα παραμένει κλειστή… δοκιμάζει ξανά και ξανά και ξανά… τα ΤΑ εκσφενδονίζονται σαν λυγμοί από το στόμα του)
ΤΑ… ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΟΛΑ, ΤΑ… ΣΙΧΑΘΗΚΑ, ΤΑ… ‘ΧΩ ΠΑΙΞΕΙ, ΤΑ… ’ΧΩ ΧΑΣΕΙ, ΤΑ…ΒΑΝΙ,ΤΑ…ΜΠΛΑΣ, ΤΑ…ΠΕΙΝΩΣΗ
(νιώθει το χέρι του ζεστό, σαν να πλησίασε σε μιαν απάντηση κλειδί- ικανή να ξεσφραγίσει ακόμη και την κλειστή πόρτα ενός τίποτα)
ΤΑ… ΠΕΙΝΟΣ… του φωνάζει απηυδισμένο το λεξικό…
- Δηλαδή;
… αυτός που έχει επίγνωση της αδυναμίας, της μηδαμινότητάς του.
Κάτι γαργάλησε μες την παλάμη του… κάτι σκίρτησε…
ΤΑπεινά λοιπόν, σκέφτηκε και σΤΑμάτησε για λίγο να γκρινιάζει.
Σαν ν’ άνοιξε κι η πόρΤΑ…

Πίσω αΠό το Πι δεν κρύβονταν Παλάτια, ούτε Παράδεισοι, ούτε Πλούτη…
Ούτε καν Προσδοκίες για Πανέμορφες γιορτές. Παρά μόνο ένα Πολύ αΠλό Παιχνίδι με τα γράμματα. Που ήταν σαν να Προσπάθησε να του θυμίσει Πως –για δες- αΠό ένα ΤΙΠΟΤΑ… μπορούν, αν θες, να γεννηθούν ΤΑ Πάντα.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-tipota-480#ixzz2nR6fV5Hx


                                                                                                              Πρώτη Δημοσίευση 12.12.2013