Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

έλα Λόλα, να ένα μήλο

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Marc Chagall
 
Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.
Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.
Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.
Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.
                                                                            (ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ- Ντίνος Χριστιανόπουλος)
 
 
Πεινάω.
Έλα σπίτι μου θα μαγειρέψω.
Έχω κρασί και κοτόπουλο στην κατάψυξη. Έχω σκόρδο κρεμμύδι 2 ντομάτες μισό αγγούρι μαϊντανό κι 1 μήλο. Έχω φαντασία. Λαίμαργη. Και 1,5 ευρώ για παγωτό. Και μισό βάζο κάστανο γλυκό. Έχω σπόρια. Και σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα, ξεφλουδίζω ανάβω κι ονειρεύομαι. Έχω σπίτι με χρώματα και σκύλο και αντικουνουπικό. Έχω βασιλικό και δυόσμο και ξεραμένο δεντρολίβανο. Και μελωδούς του αέρα και τρίτο πρόγραμμα στο ραδιόφωνο. Έλα.
Έχω πάνω μου ιστορίες και μέσα μου ταττού. Έχω ρυτίδες απορίας σκέψης γέλιου και φρέσκιες άσπρες τρίχες. Έχω. Σφουγγαρίσει. Έλα.
Η σκόνη δεν έφυγε. Έχω. Ρούχα στο πάτωμα, αράχνες στα όνειρα, άπλυτα στο νεροχύτη, ζόρια στο ταβάνι. Έχω τασάκια γεμάτα. Κάθε γόπα προδίδει μια στιγμή. Οι περισσότερες θα ‘θελαν να ‘χαν κόψει το κάπνισμα. Μια βαριόταν, άλλες ήταν αγχωμένες. Όλες πάντως θα ήθελαν να έχουν μόλις κάνει έρωτα, και το τσιγάρο μετά… απλά να θόλωνε λίγο ακόμη τα τζάμια. Έλα τι φοβάσαι;
Έχω κουρτίνες και σκιές. Σεντόνι, στόρια, μπαλκόνι μισό μέτρο, 3 πόντους θέα στη θάλασσα και φεγγάρι γείτονα. Έλα.
Είμαι κουρασμένη. Δεν θα μιλάω πολύ. Δεν θα σ’ αγγίζω καν. Θα καθόμαστε σιωπηλά κι απέναντι. Θα ζηλεύω το πιρούνι, το ποτήρι, το σκυλί. Θα ζυγίζεις, θα μυρίζεις, θα θέλεις να μείνεις για πάντα ή να μην ερχόσουνα ποτέ. Θα θέλω να φύγεις. Να βάλω δυνατά τη μουσική που σ’ εκνευρίζει και να χορεύω. Όπερα. Σιχτίρ και κίνηση. Άρια κι οργασμός. Έλα.
Όχι δεν χρειάζεται να φέρεις κάτι. Ούτε καν τα χέρια σου. Λουλούδια έχω. Τα κρατάω χρόνια τώρα. Ανθίζουν και μαραίνονται κι ανθίζουν και μαραίνονται ξεραίνονται και μπαίνουν μέσα σε άλμπουμ ,σε πίνακες, σε βιβλία, σε κουτιά από πουκάμισα. Εύθραυστα κι όμως πάνω στο μίσχο τους ισορροπώ, σαν πάνω σε κόκκινη κλωστή, σαν πάνω σε παύλα ανάμεσα σε δυο χρονολογίες: ενθάδε κείται μια γαζία, μια μανόλια, μια γαρδένια, γιασεμί. Ένα ροζ αγνώστων λοιπών στοιχείων.
Έλα τώρα γιατί σε λίγο θα κλειδώσω. Και τα μαλλιά μου δεν φτάνουν ως τον δρόμο. Και σε λίγο θα γίνει κάτι και θα ξεχαστώ. Δεν θέλω να ξεχαστώ. Θέλω να θυμάμαι. Πως έχω φαντασία. Λαίμαργη. Κι αν πεινάς, μπορώ ακόμη να μαγειρεύω. Κι ας μην χορτάσουμε ποτέ. Αλλά έλα.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethismenoParamythi-437#ixzz2adhj06Kj

                                                                                                    (Πρώτη Δημοσίευση: 11.10.12)