Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

«…ενώ η βρόχα έπεφτε ράιτθρου»*

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική της Ορέστειας Παπαχρήστου
Έβρεχε. Πολύ. Όλη μέρα. Και τη νύχτα. Ήμασταν κλεισμένοι σ’ ένα σπίτι πανέμορφο. Αυτό δεν το κάνουν οι τοίχοι. Ούτε τα κιλίμια. Ούτε το ψυγείο. Ούτε τα μπουκάλια. Ούτε καν το τζάκι. Περιμέναμε. Να σταματήσει η βροχή να πάμε μια βόλτα στο βουνό. Απ’ έξω μας περίμεναν γάτες. Παίξαμε τάβλι, χαρτιά. Ξαναείπα τις αγαπημένες στοκ ιστοριούλες μου. Παρατήρησα πώς αλλάζουν με τα χρόνια. Τι προσθέτω, τι αφαιρώ, πότε κουράζω, πότε κουράζομαι. Σιωπή.

-Παίζουμε παντομίμα;

Όχι ταινίες. Ούτε βιβλία. Ούτε καν τραγούδια. Μόνο αλήθειες. Φράσεις που δεν τολμούν να βγουν. Λέξεις δειλές και φοβητσιάρες.

Τρέχω γρήγορα στη μέσα αποθήκη. Βρίσκω το μπαούλο. Βάζω το αφτί μου πάνω στο ξύλο. Ακούω τις ανάσες τους: Καλημέρες που δεν ξύπνησαν ποτέ. Συγνώμες γεροντοκόρες. Κόκκινοι θυμοί. Αδικίες κίτρινες. Πολλές βρισιές. Ακόμη κι αυτές που δεν ήξερα ότι υπάρχουν. Συνταξιούχες διαπιστώσεις. Άεργες διατυπώσεις. Σ’ αγαπώ που υπονοήθηκαν. Βλέμματα που έκλεισαν απότομα. Χωρίς να πούνε κιχ. Άνοιξα προσεχτικά το καπάκι. Ένα σμήνος από γράμματα πετάχτηκε με δύναμη. Με σφυροκοπούσαν τα σύμφωνα μιας ολόκληρης ζωής. Φωνήεντα αδηφάγα.

-Άντε ακόμα; Ακούω από το έξω δωμάτιο. Κλείνω πίσω μου την πόρτα και βγαίνω.
-Πόσες λέξεις; Ρωτάει η παρέα. Διπλώνω τρία δάχτυλα, αφήνω όρθια δύο.
-Άρθρο; Ρωτάει η παρέα. Κουνάω αρνητικά το κεφάλι.
Ένα δάχτυλο ψηλά.
-Πρώτη λέξη, ερμηνεύει η παρέα. Κουνάω θετικά το κεφάλι. Κάθομαι κάτω, ανοίγω πόδια, τσαλακώνω πρόσωπο, σφίγγομαι, ξεσφίγγομαι, βουβές κραυγές από το στόμα απ’ τη μύτη απ’ τ’ αφτιά.
-Άσχημος, κακός, νευριασμένος…
Όχι, σβήνω με το χέρι τις απαντήσεις τους.

Ανοίγω πιο πολύ τα πόδια, σπαρταράω στο πάτωμα, σηκώνω τα χέρια τρεμάμενα, προσπαθώ να βγάλω μέσα από τη φόρμα κάτι που αρνείται πεισματικά να βγει.
-Εεεε…ζόρι, τοκετός, γέννα, ξεγεννάω, μάνα, μωρό…
Στριφογυρίζω αγχωμένα κι ιδρωμένα τα χέρια…είστε κοντά, παλεύω να πω.
-Φέρνεις στον κόσμο…
Ναι, το κεφάλι μου πάει να σπάσει από το κούνημα, να ξεκολλήσει από τον λαιμό, ναι ναι νεύω συνεχώς.
-Ζωή!
Πετάγομαι πάνω. Μένω ακίνητη. Η ατμόσφαιρα καθαρίζει. Παύση.

Δεύτερο δάχτυλο ψηλά.
-Δεύτερη λέξη, ερμηνεύει η παρέα. Κουνάω θετικά το κεφάλι.
Δείχνω το σπίτι.
–Σπίτι… εξοχικό, τοίχοι, βουνό, πολυτέλεια- όχι όχι δεν θέλω να πω αυτό.
Δείχνω τους ίδιους.
-Άνεργος, Υπάλληλος, Μπερδεμένος, Ψηλός, Βαρύς, Μεθυσμένη… κι η ανεμοθύελλα του μυαλού αραδιάζει επίθετα και χαρακτηρισμούς. Δεν θέλω να πω αυτό, ξεφωνίζω χωρίς φωνή. Δεν είμαστε μόνο αυτά, γαμώτο. Ψάχνω απεγνωσμένα ένα κάτι, κοινώς αποδεκτό που να τους κατευθύνει προς τη λέξη μου. Δείχνω τη βρεγμένη γάτα που ακόμη νιαουρίζει απ’ έξω.
-Όμορφη!

Ζωή όμορφη. Η φράση αιωρήθηκε για μια στιγμή στο χώρο. Χάιδεψε τον άνεργο, τον βαρύ, τη μεθυσμένη. Ύστερα τρύπωσε στο στοκ με τις λοιπές ιστοριούλες. Όχι όμως ξανά μες το μπαούλο.

Την άλλη μέρα το παιχνίδι και η βροχή είχαν σταματήσει. Ομίχλη και σύννεφα παντού. Η φύση κάπνιζε με απόλαυση. Κουρασμένη σαν μετά από όμορφο μαραθώνιο έρωτα.

* Αποσπάσματα από Έρωτες- Γιώργος Ζαμπέτας
 
                                                                                                              (Πρώτη Δημοσίευση: 21.2.13)