Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Μεταμόρφωση*

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Γιάννη Περρή
 
Άνοιξε διάπλατα το παράθυρο κι άρχισε να ξεντύνεται.

Πρώτο έβγαλε το χαμόγελο. Με ηδονικές κινήσεις ξεκούμπωσε τα λακκάκια κι άφησε τα μάγουλα να πέσουν στο πάτωμα. Βαριά. Τα χείλη αναπήδησαν κουρασμένα. Κουρασμένα ξεκόλλησε και τους μικροκρυστάλλους από την οδοντοστοιχία. Τη μαγειρική σόδα, το φθοριούχο νάτριο, το κάλσιουμ σι έι. Άφησε τη γλώσσα να γλιστρήσει ανάμεσα στους λεκέδες του καπνού, τα σάλια να ποτίσουνε τις γλάστρες και δυο τρεις άναρθρες κραυγές να κυλίσουν πάνω σε ό,τι πάλευε μέρες να μαραθεί. Έτσι καλύτερα, είπε το μάτι και αλληθώρισε μέχρι της μύτης το γκρεμό.

Με μαεστρία ταχυδακτυλουργού έβγαλε απ’ τ’ αυτιά μαντήλια- λόγια μεταξωτά πολύχρωμα. Τα ‘δε να γίνονται πουλιά και κουτσουλιές πάνω σε κατάλευκα κοστούμια. Έβαλε το χέρι μες το στόμα κι έψαυσε επιτέλους το μπαστούνι που για πόσα χρόνια (;) είχε καταπιεί. Το ‘μπηξε κι αυτό στις γλάστρες- να ‘χουν τα πετούμενα κάτι να φοβηθούν και τ’ αναρριχητικά κάπου ν’ ακουμπήσουν.
Το πιο δύσκολο όμως για να βγει ήταν ο ολόσωμος κορσές. Σκαλωμένοι πάνω του ιδρώτες, αναπνοές και δάκρυα. Στην άλμη συντηρούνται και οι πόθοι. Τους άφησε κι αυτούς να δραπετεύσουν, ίσαμε τ’ απέναντι μπαλκόνι. Κι αν αντέχουν κι ακόμη παραπέρα. Ίσως ως τη θάλασσα.

Από τα παπούτσια πέταξε πρώτα τα κορδόνια. Μην τύχει και τα βρει καμιά άδηλη κρυμμένη ενοχή και κρεμαστεί. Τραβώντας μια κλωστή ξήλωσε τις κάλτσες. Έφτιαξε ένα κουβάρι βήματα και τ’ άφησε να κυλήσει στον ουρανό. Έμεινε ξυπόλυτος κι ας μην είχε πού να πάει.

Πίσω από το ανοιχτό παράθυρο ξεντυνότανε για ώρες. Ξετύλιγε αργά και υπομονετικά το χειμωνιάτικό του δέρμα. Πού τα κουβαλούσε όλα αυτά; Τόσες βροχές, λάσπες, σκοτεινιές. Βλέμματα, γκριμάτσες, σχόλια, δρόμους, αδιέξοδα, άγχη και θυμούς. Πώς χωρούσε τόσος κόσμος, τόσος θόρυβος, τόση κίνηση μέσα σ’ ένα μόνο κορμί; Πώς κουβαλούσε τόσο βάρος; Κι ενώ το πετούσε τόση ώρα κάτω γιατί ο ίδιος δεν πετούσε ψηλά;

Πόσο πιο γυμνός μπορείς να μείνεις.

Όταν η παράστασή του τελείωσε δεν χειροκρότησε κανείς. Μα κανείς δεν τον κοιτούσε; Υποκλίθηκε βαθειά στα σύννεφα, τα κάγκελα, τις μύγες. Τράβηξε την κουρτίνα κι έμεινε να χαζεύει τη σκιά του. Τότε κατάλαβε. Όσο και να προσπαθεί να ξεντυθεί, αυτή θα τον σκεπάζει πάντα.
 
*Η πεταλούδα κατά την ανάπτυξη της υφίσταται τέσσερα ξεχωριστά στάδια, γνωστά σαν μεταμόρφωση: αυγό - προνύμφη (ή κάμπια) - νύμφη (ή χρυσαλίδα) - ώριμο έντομο.


Πηγή http://www.exostispress.gr/MethysmenoParamythi-431#ixzz2aY6F8F6G

                                                                                                                  (Πρώτη δημοσίευση: 7.6.12)