Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Απολογισμός- εμφιαλωμένες εντυπώσεις

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Claude Monet
Εδώ και μήνες… είχε αφήσει απ’ τον εξώστη, ένα μπουκάλι ελεύθερο. Άδειο να γεμίσει με καιρό. Μέσα του λευκό χαρτί, πάνω του να γραφτεί η απάντηση σε μια ερώτηση που μπορεί να μην είχε τεθεί ποτέ… δεν θυμάται… περίμενε όμως.

Στο μεταξύ ήρθαν θύελλες. Φουρτούνες, θάλασσες λάδι, κύματος χάδι… απαλό. Ήρθαν σύννεφα, βροχές, τέσσερις εποχές… περίμενε. Και το ταβάνι ξέβραζε μπουκάλια συνεχώς. Απ’ τη μέση και πάνω γεμάτα. Ξεχείλιζε η χαρά κι ας μην είχε ν’ ακουμπήσει. Άλλοτε μπουκάλια πλαστικά, πρώην νερά, δίψες αδέσποτες περαστικές. Ή για χρόνια φυλαγμένες. Μάζευε, έκλεβε, έσπαζε, ζωγράφιζε, χάριζε, γέμιζε, ανακύκλωνε, διακοσμούσε καμιά φορά πετούσε. Περίμενε.

Κι άκουγε. Ψιθύρους αρωμάτων. Τι είχε να πει το ανθρακικό. Το λικέρ που ακόμα να πεθάνει. Εκείνο το κρασί; Μια ρακή παλιά; Τα χείλη που τη φυλούσαν. Άκουγε μες στα μπουκάλια κάτι σαν απόηχο γιορτής; Μια βαβούρα, μια αλάνα με παιδιά, κομπρεσέρ, συνθήματα, ερωτόλογα, βρισιές, βοήθεια, κραυγές. Φοβάμαι, πιστεύω, θέλω, σου ζητώ. Ένα τρένο να έρχεται από μακριά, ένα τραγούδι που ποτέ δεν είχε ξανακούσει, αλλά από πάντα αγαπούσε, ένα πιάνο από άλλο όροφο, ένα μουρμούρισμα ή ολόκληρη συναυλία, καμιά φορά σιωπή. Καμιά φορά και λόγια. Που ξεφεύγουν ή δεν τολμάν να βγουν. Περίμενε όμως.

Κι έβλεπε. Στων μπουκαλιών τον πάτο, μια ολόκληρη πόλη. Σκάλωνε στο στόμα το σκουλήκι, η πλατεία, ο δρόμος, η θέα, το παγκάκι. Χάιδευε δέντρα και σκυλιά, κτίρια, κάδους και κολώνες, μπαλκόνια με μπουγάδες, σκαρφάλωνε στις γλάστρες, κυλούσε μες τις υδρορροές. Έμπαινε κρυφά μέσα σε σπίτια. Μετακινούσε έπιπλα και στράβωνε τα κάδρα- να ‘χει άλλοθι ο γιαλός, το βλέμμα ν’ αρμενίζει. Και ξανά… έβγαινε κι έτρεχε στους δρόμους, έπεφτε, πετούσε επαιτούσε κι απαιτούσε… ζήστε μια όμορφη ιστορία να’ χετε να μου πείτε. Και περίμενε.

Κι έβλεπε. Κόσμο πολύ συναθροισμένο. Σφηνωμένο μέσα στο λαιμό των μπουκαλιών ή να καθρεφτίζεται απ’ έξω. Παραμορφώνεται η εικόνα όταν κάθεσαι και την κοιτάς μα δεν την πίνεις. Παραμορφώνονται τα ονόματα: Κεφίδης, Αϊστοδιαολόπουλος, η δεσποινίς Πρό(σ)θεση, μια κυρία Εχωανάγκη, ένας κύριος Συντροφιάσας. Μπόρχες, Ελύτης, Εμπειρίκος, Καβάφης, Χειμωνάς. Από Φθινόπωρος μέχρι Καλοκαίρης.

Κάθε μπουκάλι και μια συνομιλία. Έλα να το πιούμε παρέα. Γέμιζε ζωγράφους το τραπέζι. Γινότανε καμβάς. Γέμιζαν ποτήρια με χρώματα με λέξεις, μολύβια, πινέλα και στυλό και πολλά ευχαριστώ.

Εδώ και μήνες… είχε αφήσει απ’ τον εξώστη, ένα μπουκάλι ελεύθερο. Άδειο να γεμίσει με καιρό. Μέσα του λευκό χαρτί, πάνω του να γραφτεί η απάντηση σε μια ερώτηση που μπορεί να ‘ταν κι αυτή … γιατί «μεθυσμένο παραμύθι»;

Ίσως γιατί από παλιά, συνήθιζε να υπογράφει με κόκκινη κλωστή.
(Όπου κόκκινο εκείνο που… θ έ λ ε ι ν α δ ρ α π ε τ ε ύ σ ε ι)
Θα περιμένει.

[Ευχαριστώ… Μ.Τ.]


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethysmenoParamythi-434#ixzz2aYE2s8bQ

                                                                                                                 (Πρώτη δημοσίευση: 28.6.12)