Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Τα κομμάτια μου

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική τoυ Gustav Klimt

«Φτάνει! Τώρα άκου το μάθημα της ανατομίας. Εκεί πάνω είναι ο εγκέφαλος, που διψάει για αλήθεια, και ποτέ δεν του δίνουν αρκετή, και ποτέ δε χορταίνει! Εδώ στη μέση είναι η κοιλιά, που διψάει για τροφή. Κι αυτό εδώ κάτω είναι το φύλο, που διψάει για έρωτα, επειδή νιώθει μοναξιά πότε πότε… Εγώ τα ’θρεψα, τα χόρτασα και τα τρία, όσο μπορούσα κι όπως ήθελα… Εσύ δε χόρτασες κανένα… Μπορεί την κοιλιά σου, λίγο, με φασκόμηλο!.. Αλλά από έρωτα, από αλήθεια- τίποτα τίποτα τίποτα… μόνο φουσκωμένα λόγια… και καμώματα και πόζες! (Της αφήνει το χέρι.) Τώρα μπορείς να πηγαίνεις. Το μάθημα τελείωσε.»
                                                        [Καλοκαίρι και Καταχνιά- Τέννεσσυ Ουίλλιαμς]

 
 
Με το που αφέθηκε, το χέρι τρύπωσε στην τσέπη. Τα δάχτυλα έψαυσαν το ύφασμα, το ‘σκαψαν, σχεδόν το τρύπησαν. Δεν μπορεί κάπου εδώ θα βρίσκεται. Ένα κάτι να πιάσω να πιαστώ.

Το άλλο χέρι μετέωρο επαιτεί απαιτεί ή ετοιμάζεται να πετάξει.

Πιο κει παρατημένο ένα στήθος. Η αμαζόνα ξερίζωσε τον ένα της μαστό για να βολεύεται στο τόξο. Το άλλο το φούσκωσε ή το άφησε να μαραζώσει.

Το γόνατο ξεχάστηκε στο δάσος. Τότε που γονυπετής διέσχιζε ένα παλιό μονοπάτι, ψάχνοντας για ίχνη από ψίχουλα ή χαλίκια.

Η πατούσα σφηνωμένη σε γοβάκι γυάλινο στο ράφι τεμπέλη παπουτσή.

Η άλλη, σελιδοδείχτης στο Μονόγραμμα του Ελύτη. Νομίζει ακόμη πως είναι πόδι μικρό μες στ’ αχανή σεντόνια. Η πανσέληνος όπου να ’ναι θα τη γαργαλήσει, τα κύματα, το σκοτεινό πλεούμενο.

Το στομάχι ιδρώνει μέσα σε μασαζοκορσέ ή πονάει ή δε χορταίνει. Διαμαρτύρεται κατά καιρούς αλλά ποιος να το ακούσει; Το αυτί έχει ξεμείνει στο τηλέφωνο μήνες τώρα. Περιμένοντας να εξυπηρετηθεί από κάποια υπηρεσία ή απλά εσύ να το σηκώσεις. Το άλλο έγινε αποφάι σε πιάτο πρώην γκουρμέ , νυν σπασμένο.

Λίγο πιο κει, τα χείλη διψάνε. Παραπέρα, η γλώσσα διαφημίζει στοκ ιστορίες σ’ ένα μπαρ, τα δόντια τρίζουν στον ύπνο τους.

Η μύτη χώνεται παντού άρα κάπου θα ‘χει βολευτεί κι αυτή, ίσως εποπτεύει από ψηλά, ίσως συλλέγει μυρωδιές που κάτι της θυμίζουν.

Μάτια μου. Πού είστε; Υπήρξατε 14 κάποτε, παράδειγμα προσοχής, προσφώνηση λατρείας. Ποιο χώμα ή ουρανός σας ταξιδεύει τώρα;

Κώλος. Κολλημένος στην καρέκλα. Ακόμη και σπασμένη. Σφηνωμένος στην αποχέτευση, αδηφάγο καζανάκι.

Μαλλιά. Κουβάρια. Χοντρές όμορφες γάτες να τα πασπατεύουν. Εφτάψυχες αυτές, κι εκείνα ξεριζωμένα από σύννεφα, μυαλά, καπέλα, κράνη, μαξιλάρια, χάδια και φιλιά. Τις νύχτες ουρλιάζουνε παρέα.

Περισσεύουν οι ελιές, οι φρέσκιες πληγές και τα παλιά σημάδια. Κάπου θα’ ναι κι αυτά. Αν δεν τα ‘σβησε το photoshop, αν ψάξεις θα τα βρεις. Όπως και τα νεύρα, τις φλέβες, τις αρτηρίες, τους τένοντες, τις αρθρώσεις, τους συνδέσμους. Το αίμα που χύθηκε χαλάλι. Θα φτιάξω άλλο.

Είμαι κομμάτια. Φτιάξε με. Συναρμολόγησέ με. Οι οδηγίες εσωκλείονται. Στο δικό σου σώμα. Νιώθεις τι και πού κουμπώνει. Κι ύστερα δως μου πνοή να ζωντανέψω. Όχι ξεφύσημα. Ανάσα. Μάθε μου. Ζωή.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethismenoParamythi-445#ixzz2adxuhPxk
http://bibliotheque.gr/?p=11525

                                                                                                              (Πρώτη Δημοσίευση: 6.12.12)