Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Το επόμενο πρωί...

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Στράτου Στεριανού
Το επόμενο πρωί είναι κιόλας μεσημέρι. Αλλάζεις σεντόνια. Ίσως πλένεις ένα φλιτζάνι για να κάνεις καφέ. Αν αντέχεις βάζεις και πλυντήριο. Αν όχι δεν πειράζει. Τουλάχιστον να πετάξεις τα σκουπίδια. Σε λίγο μοιάζει πεντακάθαρο το σήμερα. Στο ταβάνι παίζεται φλου το χθες. Πεταμένο πάνω του ένα γράμμα:

Αγαπητέ Άγιε μου Βασίλη,
Σου γράφω πάλι από ανάγκη. Μη φεύγεις. Κάνε μου το χάος λέξεις. Κράτα λίγο ακόμη τους χορούς. Τη χαρά. Το χέρι. Βρες μου ένα ταπεράκι να σφηνώσω μέσα τη γιορτή. Μου ‘μαθες τα ξόρκια, θύμισέ μου τώρα και την ευχή. Τι είπαμε ότι θέλω; «Σημασία δεν έχει να περνάμε καλά αλλά να γινόμαστε καλύτεροι». Έτσι δεν είχαμε πει; Σάμπως δεν γίναμε καλύτεροι που χορέψαμε παρέα; Που δεν φοβηθήκαμε το κρύο; Την κρίση; Το κρασί;
Κι όμως σε φοβόμουν όταν ήμουνα παιδί.
Ήσουν μια κόκκινη εισβολή. Μια κακή μεταμφίεση με ανεβασμένη πίεση. Ένα τσουβάλι δώρα για μια τεμπέλα χώρα. Ήσουν ο κύριος Άρης αλλά γιατί δεν το ‘λεγες από την αρχή; Σε προτιμώ τώρα που ξέρω ότι δεν υπάρχεις. Τώρα μπορούμε να επικοινωνούμε καλύτερα. Ακόμη και να σου ζητήσω ό,τι θέλω. Τι είπαμε ότι θέλω…
Να πάρεις την χρυσοκόκκινη χοντρή αφορμή σου και να ξεκουμπιστείς να φύγεις. Ναι να φύγεις. Άσε μόνο πίσω την αιτία όλου εκείνου του κεφιού. Αδύνατη σχεδόν ανορεξική μα ζωντανή ακόμα. Ικανή να χοροπηδάει, να ακουμπάει και να συναναστρέφεται. Να χαμογελάει, να φλερτάρει, να προτείνει, να αγγίζει, να χαρίζει, να ερωτεύεται. Την είδα. Κυκλοφορούσε ανάμεσά μας. Χωρίς σκουφί και γένια. Χωρίς ψώνια στα χέρια ή φωτογραφική μηχανή. Ήταν παιδί, ήταν γριά, ήταν μετανάστης, ταξιτζής, γιατρός, δούλευε μέσα από το μπαρ ή κατοικούσε απ’ έξω. Μπορεί απλώς να άκουσε τυχαία ένα κοψίδι ή να μπήκε για να ζεσταθεί. Πάντως ήταν μουσική, θρακιώτικος λυγμός, αγγελάκι κι ασπασμός. Μια αναπάντητη μέσα στη φασαρία. Ήταν εκεί. Κι έμοιαζε με επείγον.
Αυτό θέλω τελικά. Να σου πω πως δεν σε έχουμε ανάγκη. Ανάγκη έχουμε ο ένας από τον άλλον. Ανάγκη έχουμε να μπορούμε να αναπνέουμε. Και ν’ αγαπάμε. Διάδωσέ το και σε κείνους που σε έχουν κιόλας ξεστολίσει.
Ειλικρινά μεθυσμένο,
Παραμύθι
 
ΥΓ. [τίποτε δεν υπάρχει και δεν υπήρξε τίποτε παρά μονάχα ό,τι εγώ πρόλαβα να σκεφτώ. Και με ό,τι εσκέφτηκα στήριξα τον κόσμο και κάθε φορά τον έσωζα κι έλεγα με την αγωνία της εσχάτης σωτηρίας ευτυχώς πρόλαβα και το σκέφτηκα και το σκέφτηκα και το θυμήθηκα αυτό και το έζησα γιατί αν δεν προλάβαινα τότε δεν θα υπήρχε…] -Γιώργος Χειμωνάς


Πηγή http://www.exostispress.gr/Me9ysmeno-411#ixzz2aTjwVVuX

                                                                                                             (Πρώτη δημοσίευση: 12.1.12)