Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Παραμύθια για μεγάλους...

 
 
Μια συνομιλία με τη ζωγραφική της Στεφανίας Βελδεμίρη
Δηλαδή;
Δηλαδή περιμένουμε πότε θα κοιμηθούν τα παιδιά, τα σκεπάζουμε καλά- καλά, κουρδίζουμε ένα μουσικό κουτί πάνω στο κομοδίνο, στρώνουμε μια ονειροπαγίδα πάνω από το μαξιλάρι, τα κοιτάμε τα φιλάμε τ’ αγαπάμε και λίγο πριν κλείσουμε την πόρτα… προλαβαίνουμε να κλέψουμε δυο, τρία βιβλία από το παιδικό ράφι.
Ας πούμε, ότι όταν πάμε στο σαλόνι με τα παιδικά παραμύθια υπό μάλης, δεν ανοίγουμε τηλεόραση, βάζουμε μια ενδιαφέρουσα μουσική, ένα ποτό και με ατμοσφαιρικό φωτισμό αρχίζουμε και ξεφυλλίζουμε… τις τσαλακωμένες εικονογραφημένες σελίδες. Πού και πού, σοκολατένια αποτυπώματα από το απογευματινό κέικ διακόπτουν γλυκά και άτσαλα την ιστορία. Ίσως κάπως έτσι γλυκόπικρα ανατρέχουμε και στη δική μας ιστορία και στα παραμύθια που μας μεγάλωσαν. Αλλά κυρίως σε αυτούς που μας τα αφηγούνταν.
Η γιαγιά μου έβγαζε τη μασέλα της για να υποδυθεί πειστικότερα τον δράκο. Θυσίαζε την ελαστικότητα του αυτιού της προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί ως παιδική χειρολαβή. Όταν φοβόμουν ή ήθελα να κοιμηθώ. Μέχρι και τον μπαμπούλα άφηνε κάθε βράδυ να την κατασπαράζει. Πώς αλλιώς να εξηγήσει ένα άυπνο παραμυθοπαρμένο παιδί το πιο άγριο και σπαραχτικό ροχαλητό; Πώς αλλιώς θα ‘χε να περιμένει τον στιβαρό μελαχρινό κυνηγό να σώσει γιαγιά και εγγονή απ’ το κακό;
Και ξεφυλλίζεις τα παραμύθια. Προσέχεις τις προσθήκες που έγιναν με τα χρόνια, πώς άλλαξαν οι ζωγραφιές, τα εξώφυλλα, οι λέξεις, τα νοήματα… ακόμη και το τέλος. «Ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς… καλύτερα» λέγαμε παλιά. Τώρα, ούτε τα παραμύθια δεν τολμούν να το προβλέψουν. Ζήσαν αυτοί καλά… κι εμείς… θα δούμε.
Παραμύθια για μεγάλους. Το τηλεκοντρόλ είναι δίπλα, το ποτό στα τελευταία του, το cd τελείωσε. Αλλά ρε γαμώτο, έχει ωραίο φεγγάρι απόψε και δεν θες να το διακόψεις με ειδήσεις, τούρκικα σήριαλ ή μεγάλες προσφορές τηλεμάρκετινγκ. Σηκώνεσαι, EJECT, γυρίζεις το cd ανάποδα, PLAY.
Αν υπήρχε αυτό το μηχάνημα που θα μπορούσε να ικανοποιήσει μια στρεβλή σου επιθυμία, αν το ποτό δεν τελείωνε ποτέ, ούτε έλιωναν τα παγάκια… τότε μπορεί και να ξανάνοιγες το παιδικό βιβλίο. Λιγότερο νοσταλγικά, περισσότερο ενήλικα αυτή τη φορά.
Προχωρημένη σκέψη, προχωρημένη ώρα, η ηλικία σαν να καλπάζει κι αυτή. Με γυαλιά ή χωρίς, το βλέμμα τρεκλίζει μέσα σ’ ένα δάσος κι ας μην έχει δέντρα ας έχει πολυκατοικίες. Αντί για πουλιά ακούς κόρνες, κομπρεσέρ, σειρήνες, διαδηλωτές… δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το δάσος. Το δέντρο είναι ψιλά γράμματα, κομμένο ή καμένο από παλιά. Ξαφνικά η παιδική ιστορία που τόση ώρα ξεφύλλιζες κατακλύζεται από εικόνες και σύμβολα που δεν θυμάσαι να τα ’χεις συγκρατήσει νωρίτερα. Παλάτια με πύλες αιδοία να υποδέχονται καβαλάρηδες, αίθουσες χορού ίδιες με το εσωτερικό του λάρυγγα, έμβολα, σωλήνες, φλέβες, υπόκωφοι αναστεναγμοί, στριγκλιές και διαπεραστικές φωνές.
Ξανακοιτάς έντρομος την πόρτα του παιδικού δωματίου. Καλά κλειστή. Η συσκευή της ενδοεπικοινωνίας… ήσυχη. Ίσως περιμένει κι αυτή με αγωνία να ακούσει τη συνέχεια. Με μια μικρή μεθυσμένη ενοχή ξαναβουτάς λαίμαργα το βλέμμα σε άλλο παραμύθι. Εδώ πατεράδες κυνηγούν πουλιά, γυναίκες ξεχνιούνται στην κουβέντα, γάτες πεινάνε, γυναίκες μαγειρεύουν το βυζί τους για να γεμίσουν ένα πιάτο, το ανθρώπινο κρέας είναι νόστιμο, δεν σφάζουμε να μαγειρέψουμε τα παιδιά μας, να φάμε επιτέλους σαν άνθρωποι;
Παραμύθια για μεγάλους. Τι είναι αυτό που δεν αντέχει ένα παιδί κι όμως αντέχει ένας μεγάλος; Μήπως πρόκειται για το ίδιο παραμύθι που διαβάζαμε από μικροί, απλώς επιτέλους έχουμε φτάσει στην κατάλληλη ηλικία ή στην κατάλληλη απελπισία για να το καταλάβουμε; Όχι, δεν αποκτάς σοφία μεγαλώνοντας, μια οικειότητα μόνο με παραμυθένιες προσταγές, φράσεις και αινίγματα. Όχι πάντως και με τις λύσεις τους: Τι πάει να πει ημερώσει; Τι πάει να πει ημερώσει; Τι πάει να πει ημερώσει; Σε παρακαλώ ημέρωσέ με. Μην αργείς. Ημέρωσέ με!
‘Ισως τελικά ένα παραμύθι για μεγάλους είναι κάποιο που γνωρίζεις καλά, μπορεί κι από πάντα. Είναι ένα δωμάτιο ολόδικό σου θρόνος κάμπος και φυλακή μαζί. Κι ενώ το παιδί κοιμάται ακόμα στο δίπλα δωμάτιο, ένα άλλο στο… μέσα… ίσως ακόμη ξαγρυπνά κι όποτε του δίνεται η ευκαιρία και δεν καμώνεται τον μεγάλο… παίζει! Περίπου όπως παλιά. Παίζει και με τις λέξεις, τις μνήμες και το κατακάθι του καφέ στο φλιτζάνι. Εδώ λέει ότι τα πιο ωραία παραμύθια είναι εκεί έξω. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα ζήσουμε.

(Περίπου αυτό το κείμενο παρουσιάστηκε αργά το βράδυ του Σαββάτου 24.09.11 στο BLOCK33 στο πλαίσιο του Κ.Ο.Θ. underground. Φανταστείτε το με εμβόλιμα αποσπάσματα παραμυθιών και τέσσερις υπέροχους μουσικούς -Χρήστος Γερμένογλου, Πέτρος Δαμιανίδης, Θοδωρής Πατσαλίδης, Αντώνης Σουσάμογλου- να το κουρντίζουν, να το ξεκουρντίζουν, να στρώνουν από κάτω του χαλιά και μαζί να τα τινάζουμε στον αέρα. Μια συνομωσία λόγου και μουσικής που αποδεικνύει ότι τελικά είμαστε πολύ περισσότερο παιδιά απ’ ό,τι νομίζουμε. Κι όταν βρίσκουμε «συνομήλικη» παρέα… τουλάχιστον χαμογελάμε. Μήπως τελικά αυτό είναι το παραμύθι για μεγάλους; Ένας λόγος για να τολμήσει να σκάσει κάτι σκασμένο από παλιά;)


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%B9%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%82-398#ixzz2aRd7G6bf

                                                                                                            (Πρώτη δημοσίευση: 29.9.11)