Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Πετάει η πόλη; Πετάει…

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Αλέξανδρου Τσάκωνα

Πήρε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών κι άρχισε να πετάει.

Άδειες νύχτες, μέρες που δεν θυμόταν πια, λερωμένα τάπερ, λερωμένους ουρανούς, χαλασμένα φρούτα, χαλασμένες συμπεριφορές, χάρτινα τίποτα, χάρτινα είδωλα, αποδείξεις, λόγια, που έχει ξαναπεί, που έχει ξανακούσει, εγωισμούς, θυμούς, μια παρεξήγηση, μια αστεία εξήγηση, μιάμιση φιλία, πολλά παλιά φιλιά, ληγμένα φάρμακα, άοσμα μπαχαρικά, βοτάνια που δεν θυμόταν πια, κι άλλες μνήμες, και φωτογραφίες, και φαντάσματα, φακέλους, πόνους, μιξομάντηλα, χαρτιά υγείας, αρρώστιες, κάποιες, φόβους, όσους, ψέματα, όλα, κλειδιά, τηλέφωνα, ανθρώπους που δεν θυμόταν πια, την ελπίδα να θυμηθεί, ρούχα που δεν του χωρούσαν, την προοπτική να του χωρέσουν, ένα κουβά, μια σκούπα που δεν πετάει, κι ένα χαλί, κι ένα ραβδί, και φτερά, και τριανταένα μηνύματα, κάτι που δεν κατάλαβε, την περίπτωση κάποια στιγμή να καταλάβει, cd χωρίς πληροφορίες, πληροφορίες σκέτο, ένα βάζο με μαύρη άμμο, δυο σφάχτες από παλιά καλοκαίρια, παλιούς φορτιστές, δανειστές, κομιστές υποσχέσεων και ονείρων, εφτά πιέσεις, εικοσιδύο άγχη, δεκαεφτά ενοχές, εξίμισι ντροπές, 3 δώρα, μια περήφανη χώρα, πολλές σκιές.

Άδειασε ο χώρος. Τοπίο απαστράπτον. Φωτεινό. Καθάρισε ακόμα και τα σημάδια από τα κάδρα στους τοίχους, έβγαλε τα παλιά καρφιά, στόκαρε, έβαψε, περιμένει υπομονετικά να φύγει η μυρωδιά. Και τότε όλα θα στρώσουν. Είπε κι έκανε το σταυρό του.

Στο μεταξύ, αποφασισμένος και φορτωμένος με τη μαύρη του σακούλα-κακιά σακούλα φτου κακά- κατευθύνθηκε προς τον κάδο. Ποιον κάδο; Κάτι πράσινο κάτω από ένα βουνό πλαστικό χρωματιστό και ζέχνον; Τι καλά… θα ‘χουν και παρέα τα περιττώματά μου, σκέφτηκε. Τα τοποθέτησε πάνω σε μπάζα, πλάι σε μια σάπια πολυθρόνα, κάτω από ένα σύννεφο χαρούμενων μυγών. Δεν πρόλαβε να τους γυρίσει την πλάτη κι ένα ποντίκι είχε ήδη τρυπώσει μέσα σε μνήμη πρώην αγαπημένη. Να και μια γάτα, που όρμησε πάνω στο ποντίκι, που όρμησε πάνω στη μνήμη, που της είχε σβήσει το καντήλι, που κάποτε έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι.

Για πότε ξεσκίστηκε η σακούλα του ούτε που το κατάλαβε. Γέμισε ο αέρας με κακά πνεύματα και άγριες μυρωδιές. Με εγωισμούς, φόβους και θυμούς, λόγια πλαστικά και πεινασμένα όνειρα- έρχονται κατά πάνω του- δε γλιτώνεις από μας, μαλάκα. Τρέχει γρήγορα στο καθαρό του σπίτι να προστατευτεί. Κλείνει την πόρτα. Κλειδώνει. Σφηνώνει από πίσω την ντουλάπα. Κλείνει τα παράθυρα. Τα στόρια. Τις κουρτίνες. Τα μάτια.

Από πάντα λάτρευε τις χαραμάδες του. Από κει μέσα κρυφοκοιτούσε, κρυφάκουγε, κρυφάφηνε να εκδηλωθεί ό,τι δεν τολμούσε. Από κει εισέβαλαν πάλι τα σκουπίδια του. Αυτά που αποφάσισε να ξεφορτωθεί, φορτώνοντάς τα στο δρόμο, στην πόλη, στη χώρα που και την ίδια πέταξε πριν λίγο. Μακριά από το σπίτι του πάντως. Αφού ο ίδιος τις πήρε τις αποφάσεις του. Καθάρισε. Γιατί πάλι;

Γιατί δε γλιτώνεις από μας δε γλιτώνεις δε γλιτώνεις δε γλιτώνεις δε γλιτώ… επαναλαμβάνουν τα στραβά του τα παλιά του τα κακά του. Γλιτώνει ίσως αυτός που συμφιλιώνεται. Με το παρελθόν του, με τις αδυναμίες του, έστω με μια χοντρή μαύρη σακούλα στο μπαλκόνι του. Αυτό μπορεί να το προσπαθήσει, παραδέχεται. Ακόμη και να χαρίσει αντί να πετάξει. Ποτέ όμως… μα ποτέ δεν θα συμφιλιωθεί με μια πόλη που ‘χει συμφιλιωθεί με την ασχήμια της, που πετάει σε βουνά από σκουπίδια τον αυτοσεβασμό της κι οι άνθρωποί της δεν πετάνε …πατάνε …επί πτωμάτων μήπως και σωθούν.

Πετάει η πόλη; Πετάει…πετάει…πετάει… ακόμη και την ψυχή της. Κάτω ή έξω μακριά. Κι εγώ θέλω. Αλλά ψηλά. Από εδώ και πάνω.

Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethismenoParamythi-444#ixzz2adwUQ39H

                                                                                                           (Πρώτη Δημοσίευση: 29.11.12)