Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013


Το κόκκινο

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Αθανάσιου Μπακογιώργου
 
Το κουκλόσπιτο είναι πάλι ακατάστατο. «Κάντε και σεις καμιά δουλειά!» λέει ένα τεράστιο στόμα στις τεμπέλες μαριονέτες. Εμείς κοιτάμε αποχαυνωμένες τα σκοινάκια μας και δεν κουνάμε ρούπι. Όλα κι όλα, δεν είχαμε κάνει ποτέ τέτοια συμφωνία. Το κουκλόσπιτο είναι γεμάτο χρώματα. Δωμάτια πορτοκαλί, γαλάζια, πράσινα, κίτρινα και μωβ ζαχαρί ζαλισμένα. Περισσεύουν τα χρώματα μες την αταξία. Όπως περισσεύουν και τα σκοινάκια μας.

Αν δεν εξαρτιόμουν τόσο πολύ από το χέρι του… θα έφευγα, δηλώνω στους παγωμένους συγκατοίκους μου. Θα πατούσα επιτέλους την άσφαλτο, γερά με τα ζωγραφισμένα μου παπούτσια, μπορεί και να τα ‘βγαζα, να ‘τρεχα ξυπόλυτη στο δρόμο, με κούρασε η αιώρηση, τα βήματα του αέρα, το αλαφροΐσκιωτο χάδι με τη γη. Θέλω να μου πονέσουν τα πόδια, να βγάλω φουσκάλες, να με στενεύει το καλούπι μου, να πάω.

Μια και δυο, με μια δύναμη ξεκούραστη για χρόνια και στιλ επιδέξιου δραπέτη, άρπαξα τα σκοινιά και τα πέταξα από το παράθυρο. Κύλησα πάνω τους σαν πυροσβέστης. Άγγιξα τα πλακάκια του πεζοδρομίου. Απρίλης κι ο Θεός χαίρεται και χορεύει.

Μάλλον από συνήθεια, κατευθύνθηκα προς τα πάνω. Ήθελα ανηφόρα ασορτί με το δράμα μου. Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω και τα σκοινιά με ακολουθούν, και τα σύννεφα κι ο ήλιος κι όλο το σύμπαν με παρακολουθεί που πάω. Πού πάω; Ψηλά.

Ίδρωσα άρχισα να ξεβάφω λαχάνιασα έφτασα. Κάπου που έμοιαζε σημαντικά. Είχε ζευγάρια, ροζ τουρίστες, ζωγράφους, μοναχικούς και πολλά σκοινιά ξαμολημένα. Η καλύτερη θέση είναι το πρώτο παγκάκι πίστα. Μόλις αδειάζει, γεμίζει με αυτούς που καραδοκούν στο πίσω. Αφήνω τα πόδια να κρέμονται πάνω από την πόλη. Επιτέλους την έφερα στα μέτρα μου. Την έκανα μικρή κι απέραντη. Αφήνω το βλέμμα να γλιστρήσει στις στέγες, να τρακάρει στις κεραίες, να φτάσει μέχρι τη θάλασσα. Αφήνω και τα αυτοκίνητα να λάμπουν σαν κοσμήματα των δρόμων. Δρόμων παλιών που αγάπησα και μίσησα α-τέ-λειω-τααα. Έχω παίξει σε πολλές ιστορίες τους. Να εκεί που μάλωσα, φίλησα, έτρεξα, σκόνταψα, έπεσα, ε και τι μ’ αυτό; Να και το σπίτι μου, μια πράσινη κουκίδα εν μέσω μωβ κάτω από γαλάζιο ενός πορτοκαλοκίτρινου απογεύματος. Τι όμορφα που είναι από ψηλά. Μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά. Τραγουδούν τα σκοινάκια μέσα μου.

Ώσπου σκόνταψε πάνω τους μια πλαστική σακούλα. Ούτε κατάλαβα πώς με παγίδεψε και μπήκα μέσα. Χόρευε μάλλον τόσο ωραία με τον αέρα που της επέτρεψα να μ’ επιστρέψει στο κουκλόσπιτο. Στη διαδρομή, άκουγα κάποιον να χορδίζει τα σκοινιά μου και μια μέσα μου κραυγή να ψιθυρίζει… χαμήλωσε από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα… χαμήλωσεεε… δεν βλέπεις που το κόκκινο θέλει να δραπετεύσει…
 
 


Πηγή http://www.exostispress.gr/MethysmenoParamythi-423#ixzz2aXHcm5U4

                                                                                                             (Πρώτη δημοσίευση: 5.4.12)