Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική με τη ζωγραφική του Edward Hopper
Πλάνο μακρινό κι αργόσυρτο. Ομίχλη. Πού τελειώνει η γη και πού αρχίζει ο ουρανός; Δυο τρεις φιγούρες φλου διασχίζουν το μπλε γκρι. Αργά. Και πιο γρήγορα. Πιο γρήγορα. Κι άλλες. Πιο πολλές. Γέμισε η οθόνη βιαστικούς σκυφτούς. Τσαλαβουτάνε σε λίμνες από βροχή. Πατάνε μες τον ουρανό και πιτσιλάνε την κάμερα. Σταγόνα. Τεράστια. Εικόνα. Θολή.

Ξεθολώνει σ’ ένα σπίτι. Αυτή μπαίνει μέσα βιαστική. Χαρτοσακούλα με μπαγκέτες και λαχανικά. Χολ με πίνακες, κρεμάστρα με κασκόλ, σαλόνι με βιβλία, κουζίνα με ζωή και ζωύφια. Ξεκινά να μαγειρεύει. Καταπιεσμένη νοικοκυρά σε σώμα καλλιτέχνη. Ακούω τη φωνή μου, μες την ταινία, πάνω από τη μουσική. «Ομορφούλα είσαι. Χαωμένη και γλυκιά. Τι θα κάνεις; Μακαρόνια; Μαύρα ελπίζω. Κλείσε το καπάκι. Πιάσε τα μαλλιά. Ρίξε κι άλλο αλάτι. Δεν κόβονται έτσι τα λαχανικά. Δεν ροδίζει έτσι το σκόρδο. Πρόσεχε θα κοπείς. Κάηκες. Δεν ακούς…» Τais- toi, φωνάζει η πρωταγωνίστρια, τρυπώντας με το βλέμμα την οθόνη. Βούλωστο, μου λεν οι υπότιτλοι.

Τώρα θα δεις. Η κατσαρόλα ξεχειλίζει. Γεμίζει το σπίτι νερό. Επιπλέουν οι κουτάλες τα βιβλία η μουσική. Τα μακαρόνια ζωντανεύουν την τυλίγουν τη σφίγγουν θα πνιγεί. Αυτή πιάνεται από το πολύφωτο. Μπουρμπουλήθρες με βρισιές. Κάτι προσπαθεί να πει. Σε μένα; Τι να κάνω;

Δίπλα μένει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Αυτή είναι άρρωστη κι εκείνος την προσέχει. Όχι δεν θέλω να ενοχλήσω κι άλλο την αγάπη. Χτυπάω το κουδούνι του άλλου γείτονα.

Είναι ωραίος κι αξύριστος κι αγουροξυπνημένος. Κοιτάζω μες το σπίτι. Φωτεινό κι εργένικο. Κρεβατοκάμαρα μισόκλειστη. Μέσα παίζονται 2 ταινίες σεξ μα κάνω πως δε βλέπω. «Μπορώ να περάσω;» Στο τραπέζι ένας φάκελος, κίτρινος. Ένα μενταγιόν. Ένα όπλο. Ένας χάρτης. Ένα χθεσινό ποτήρι με κρασί. Στο πάτωμα ποπ κορν και μια μπανανόφλουδα. Γλιστράω.

Προσγειώνομαι στον κάτω όροφο. Εδώ όλα είναι ασπρόμαυρα και φτωχικά. Ακούγεται ένα πιάνο από μακριά. «Πού είμαι;» ρωτάω μα ήχος δε βγαίνει. Μια μαύρη κάρτα με πλακώνει με σχέδια και λέξεις στα αγγλικά: Where Am I? Από πάνω μου δυο μάτια τεράστια. Χέρια μέσα σε γάντια του μποξ. Γύρω μου σκοινιά. Είμαι σε ρινγκ; Μου απαντάει μια βωβή μπουνιά που δεν πονάει αλλά με στέλνει έξω από το παράθυρο. Κρατιέμαι απ’ το πεζούλι κι αιωρούμαι. Από κάτω μου μια πόλη πολύβουη.

Αφήνω τα χέρια και πέφτω. Όσο πλησιάζω τόσο πιο έρημος γίνεται. Όχι άλλαξε ταινία. Δεν έχω κουράγιο για περιπέτειες μες τη ζέστη. Από μηχανής δράκος έρχεται από μακριά. Κρατήσου μου λέει στα γιαπωνέζικα. Κρατιέμαι από ένα εισιτήριο για το Φεστιβάλ. Πετάμε πάνω απ’ τα Βαλκάνια ίσαμε τη Φινλανδία. Να και το λιμάνι της Χάβρης. Κι η ατάκα «Όταν πλέον δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει και λόγος για να είμαστε απαισιόδοξοι»*. Ποιος είπαμε ότι την είπε; Ρωτάω το δράκο. Μα αυτός δεν είναι εκεί.

Εκεί είναι η αίθουσα κι εγώ είμαι ολομόναχη. Στην οθόνη διάσημα φιλιά κι εγώ κλαίω με λυγμούς. Είμαι μικρή κι όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω φιλί, ταινία, παράδεισος, περιπέτεια, ζωή. Και θέλω να παίζουμε μαζί. Στο ίδιο έργο. Στο ίδιο ποίημα. Στο ίδιο νησί.

Απαράλλαχτο εσύ…
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή…
…να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον παράδεισο.**


Συγγνώμη, λέω στην κοπέλα που έπνιξα στην αρχή. «Pardonne moi», δεν της εξηγούν οι υπότιτλοι. Θολή εικόνα. Τεράστια σταγόνα. Ουρανός με βήματα. Λίμνη. Βροχή. Της πάει της πόλης ο Νοέμβρης. Ομίχλη. Πλάνο αργόσυρτο και μακρινό.

* Άκι Καουρισμάκι, δεν πρόλαβε να πει ο δράκος
** Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethismenoParamythi-441#ixzz2adox5lw4

                                                                                                            (Πρώτη Δημοσίευση: 8.11.12)