Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Η μεγάλη περιπέτεια

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Γιώργου Σκυλογιάννη
Αυτός έμενε κλεισμένος στον πύργο του. Ρωγμώδες κάταγμα είπε ο δρυίδης που τον εξέτασε. Έφτιαξε νάρθηκα από κλαδί βελανιδιάς και τύλιξε τον πόνο με φύλλα ευκαλύπτου. Σε 20 μέρες θα γιάνει… του χτύπησε στην πλάτη. Έβαλε το πόδι ψηλά και περίμενε.

Ησυχία. Δεν φανταζόταν ποτέ ότι ως τώρα έκαναν τόση φασαρία τα βήματά του. Κοίταξε το ταβάνι, τη βιβλιοθήκη, τον τοίχο, τα κάδρα, το χαλί, το πόδι του. Πέρασε η ώρα. Το βράδυ που το σώμα χαλάρωνε, το τραύμα που περίσσευε πονούσε. Μέχρι που συνήθισε. Και περίμενε μες τη νύχτα τον πόνο να κοιμηθούνε αγκαλιά. Είχε και μια χτένα για συντροφιά. Με σαδιστική ακρίβεια, κάθε μέρα που περνούσε της ξερίζωνε ένα δόντι. Αναγκαστικά ξερίζωσε και τις περιττές κινήσεις, τα πέρα δώθε στην κουζίνα, στην ντουλάπα, στις συναναστροφές. Έμαθε να χορογραφεί μεταφορές μισογεμάτων ποτηριών, με ελάχιστες απώλειες. Έμαθε να διανύει απ’ το ένα δωμάτιο στο άλλο μεγάλες περιπέτειες. Έμαθε και πώς γράφεται η λέξη αρτιμέλεια.

Στις ελάχιστες υποβαστάζουσες εξορμήσεις του στον έξω κόσμο, πρώτη φορά τον πρόσεξε το φως και τα πρόσωπα των άλλων. Κάθε «περαστικά» που λάμβανε, το τοποθετούσε προσεχτικά σ’ ένα σακούλι- να’ χει για καβάντζα όταν δεν θα του μιλάει πια κανείς. Παρατήρησε κι ότι όσο έλλειπε, οι δρόμοι γέννησαν λακκούβες και παρκαρισμένα. Γνώρισε και έμπειρους συναδέρφους που του έδειξαν την τεχνική να τα σιχτιρίζει.

Τι άλλα νέα; Τον ρωτούσαν τα τηλέφωνα. Αυτό δεν το ‘χε σκεφτεί. Ότι θα ‘φτανε η στιγμή που δεν θα’ χε να απαντήσει. Πες εσύ. Έλεγε αργά, φροντίζοντας όσο μπορεί να ξεχωρίσει τις δύο λέξεις. Μην τύχει και παρακούσει καμιά Νέμεση κι έχουμε κι άλλο θύμα. Ούτε αυτό το’ χε σκεφτεί. Πως θα είχε τόσο πολύ την ανάγκη των άλλων. Πρακτικά και λεκτικά. Ζήστε μια ωραία ιστορία να ‘χετε να μου πείτε, παρακαλούσε. Έστυβαν τα δυο τους πόδια οι καλοθελητές, αναποδογύριζαν τις μέρες τους μα δεν είχαν και πολλά να δώσουν.

Τότε κατάλαβε. Πως όταν η χτένα θα ‘φτυνε και το στερνό της δόντι κι η φασαρία ξαναγέμιζε το σπίτι, η βιασύνη ξανάβρισκε το βήμα της και το ποτήρι την άνευ σημασίας διαδρομή του… όφειλε να βρει ομορφιές να περπατήσει. Να ‘χει για καβάντζα αν ποτέ του ζητηθεί. Από τους τότε πρώην συναδέρφους ή από τον κάποτε ανήμπορο εαυτό του.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Me9ysmeno-413#ixzz2aTlUUkvT

                                                                                                           (Πρώτη δημοσίευση: 26.1.12)