Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Το κρυφό μαγαζάκι της μέρας

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Νικολάου Γύζη

 
Ο μαστρο-Μέρας κρατάει το μαγαζάκι του κρυφό κι αεικίνητο. Άλλοτε νόμιζα πως ήταν στα Χανιά, στην Αμοργό, στο Πήλιο, νόμιζα πως το βρήκα στην Άνω Πόλη, στην Καλαμαριά, στην Άθωνος, στη Σβώλου, στην Αριστοτέλους… μέσα σ’ ένα ποτήρι με ρακή, σ’ ένα μπουκάλι με κρασί, σ’ ένα πιάτο με ρεβίθια, μέσα στα παραμύθια, στα χείλη σου… στ’ όνειρο, στη γλάστρα, στο γραμματοκιβώτιο ή και μέσα στην οθόνη.  Αρκεί να μην τον ψάξεις. Πεισμώνει και δεν εμφανίζεται ποτέ. Αναλαμβάνει πάσης φύσεως μερεμέτια κατά βούληση. Σιχαίνεται την πίεση, λατρεύει όμως την ποίηση… τον έρωτα, τη σύμπτωση, τη φαντασία.

Ηλικία φύλο είδος απροσδιόριστα. Λίγο παιδί, λίγο γιαγιά, λίγο λιακάδα, βροχή, σκυλί, μάνα, πουλί, μπουμπούκι, ξερό φύλλο, παγωτό. Έχει υφή ζεστή και τρυφερή ακόμη και καταμεσής της θάλασσας, φωνή ξεχασμένης μουσικής, βλέμμα υγρό κι ένα ελαφρύ κολλητικό χαμόγελο- σαν το χασμουρητό ένα πράγμα… Αυτό άλλωστε είναι και το βασικό σύμπτωμα της συνάντησης μαζί του. Σκάει ξαφνικά κι αναίτια κάτω από τη μύτη, τραβάει μάγουλα ψηλά, αφήνει δόντια εκτεθειμένα. Αυτό είναι ο μαστρο- Μέρας, ένα χάδι από το πουθενά, το τίποτα, το από πού κι ως πού…

Πληρώνεις βέβαια αδρά. Τζάμπα ούτε στον θάνατο. Όχι ο μαστρο- Μέρας δεν τα πάει καλά με τα χρωστούμενα. Το ταμείο, τα τεφτέρια με τα βερεσέδια, τα τιμολόγια, τις κρατήσεις… τα φυλάει ο συνεργάτης του η σκιά του. Εκεί πληρώνεις με νεύρα, γκρίνιες και φωνές, πουγκιά ξεσπασμάτων, εκρήξεις ατυχίας, αδικίας και φιλότιμου. Αυτόν κάποιοι τον λένε Μεροχαλαστή, Γκαντεμιά, Πουτάνα κοινωνία, Γαμωτηντυχημουγαμώ, Πουσαιρεθεέ, Σκατά.
 
Αυτόν τον τελευταίο, τον βρίσκεις πιο συχνά, αρκεί να τον φωνάξεις κι έρχεται. Κι αυτός σκάει, όπως το χαμόγελο, μα σαν βόμβα, σπάει το ποτήρι, χύνει το κρασί, κόβει το λουλούδι, σφραγίζει χείλη, βγαίνεις από τ’ όνειρο. Αυτός κρυφτό δεν θα σου παίξει, ούτε κυνήγι θησαυρού μέσα στην πόλη, στο νησί, στο σπίτι, στο δίπλα σώμα. Υπάκουος σαν σκυλί, δασκαλεμένο στην επίθεση. Όρμα Τζακ και να τη κουρέλι γίνηκε η μέρα, αποτεφρώθηκε με λύσσα η στιγμή, η πρώην πολύτιμη.

Ο μαστρο- Μέρας όμως, σαν γνήσιος μοναχικός καουμπόι που σέβεται τον εαυτό του, με στριφτό ή στάχυ στο στόμα, μολύβι ή γαρύφαλλο  στο αυτί, και όπλο κάτω από τη ζώνη, είναι πιο γρήγορος από τη σκιά του. Αρκεί να τον εκπαιδεύσεις. Ή να φιλοξενήσεις το κρυφό κι αεικίνητο εργαστήρι του μέσα σου. Χωρίς σκιές. Κι η σφαίρα χαμόγελο σαν μπούμερανγκ κάποτε γυρνάει. Όπως το χασμουρητό. Μα αντί να σε βυθίσει σε ύπνο βαθύ, ξαφνικά κι αναίτια σε ξυπνάει. Κι αίφνης είσαι στα Χανιά, στην Αμοργό, στο Πήλιο, στην Άνοιξη, στην Καλημέρα, σε χείλη αγαπημένα.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-to-krifo-magazaki-tis-meras-458#ixzz2antwbLQJ

                                                                                                             (Πρώτη Δημοσίευση: 4.4.13)