Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Μάθε μου

Μετά τη βόλτα η Μάγια δεν ανεβαίνει ποτέ αμέσως στο σπίτι. Κοιτάζει λαίμαργα τους περαστικούς, πηδάει πάνω σε αγνώστους, κάνει χαρές σε δύστυχους σκυφτούς προσπαθώντας από κάπου να πιαστεί, λίγο να παρατείνει την ελευθερία της…

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική της Paula Rego
«Σήμερα θα σε πάω βόλτα εγώ», μου είπε. Πήρε με τα δόντια το λουρί, μου το πέρασε στο στήθος, ύστερα σηκώθηκε στα δυο της πόδια, γρατζούνησε το χερούλι, η πόρτα υπάκουσε, βγήκαμε.

Σταμάτησα στο δέντρο. Γόπες, ένα χαρτί που φιλοξένησε για λίγο ένα πιτόγυρο, ένα 10 σπαθί, ίχνη των ομοίων μου. Μύρισα προσεχτικά τα μηνύματά τους. «Είμαι μόνος, μένω απέναντι». «Είμαι καλά, μένω παρακάτω». «Δεν μένω πουθενά». «Είμαι άδειος και περαστικός». «Δεν έχω δουλειά» «Δεν έχω σχέδια» «Ζητάω δανεικά, ακόμα και κουράγια». «Με βγάζει βόλτα το σκυλί μου», κατούρησα κι εγώ.

«Κοίτα το ανθρωπάκι», γάβγισε ένα λαμπραντόρ στο κουτάβι του. Αυτό άρχισε να κλαίει φοβισμένο. «Δεν δαγκώνει» το καθησύχασε η δικιά μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Προσπάθησα να κουνήσω την ουρά- δεν πέτυχε. Να κάνω χαρούλες- ούτε αυτό.

Στο σούπερ μάρκετ μ’ έδεσε απ’ έξω. Έκανα να την ακολουθήσω αλλά ένα πίτμπουλ με ποδιά μου γρύλισε πως απαγορεύεται. Κι αν δεν γυρίσει ποτέ; Αν την καταπιούν τα ράφια, οι κονσέρβες κι οι σκυλοτροφές; «Οι ποιες;», γέλασε το πίτμπουλ στην είσοδο. Την είδα μπροστά στο ψυγείο με τ’ αλλαντικά. Στους ξηρούς καρπούς, στις σοκολάτες. Ακούμπησε τα ψώνια στο ταμείο, πλήρωσε ένα κόκερ με γουφ και σλουρπ. Φύγαμε.

Επόμενος σταθμός πάρκο. Εκεί ήταν όλοι. Ο Λέων. Η Μιλού. Ο Ιβάν. Η Κανέλλα. Ο Μπέμπης. Η Μαυρούλα. Ο Νόα. Ο Ζίγκι. Καθόταν στα παγκάκια και σχολίαζαν την επικαιρότητα- για τα σκυλάκια που βρέθηκαν νεκρά μέσα στον κάδο, για το αδύνατο γκριφόν που υιοθέτησε έναν αλλοδαπό, που τον κλείσαν φυλακή και το γκριφόν περίμενε για μέρες απ’ έξω, για το κόλεϊ που παράτησαν στο δάσος και διέσχισε όλη την πόλη για να τους ξαναβρεί. Πού και πού σχολίαζαν και τα κατορθώματα μας: Η δικιά μου έχει κατάθλιψη. Ο δικός μου νεύρα. Πόσες ώρες ξοδεύει στο ταβάνι; Στο πάτωμα; Στον υπολογιστή; Στην τηλεόραση; Τι μυρίζουν επιτέλους σε αυτά τα ζεστά κουτιά και κολλάνε έτσι;

Μας άφησαν ελεύθερους, μας πετούσαν κουκουνάρες, τους κοιτούσαμε αμήχανοι. Ένας αδέσποτος μου μύρισε τον κώλο, όρμησα να τον φάω, η μανάβισσα ήρθε στα τέσσερα να με υπερασπιστεί, η περιπτερού μούγκριζε, ο τυπογράφος έσκουζε παραπέρα. Τα αφεντικά μας γελούσαν. «Πότε θα τελειώσει αυτό το όνειρο;» Ρώτησα έντρομη την αγαπημένη μου. «Όταν καταλάβεις πόσο ζώο είσαι», μου είπε τρυφερά.

Είμαι, παραδέχτηκα. Θα δείξω δόντια αν με προσβάλεις. Θα δαγκώσω αν μου πάρεις το κόκαλο. Θα σε φάω αν τύχει και πεινάσω. Αυτό που μου λείπει είναι το βλέμμα σου. Γεμάτο αγνότητα, απορία, ανιδιοτέλεια και αγάπη. Μάθε μου να κοιτάω, έκλαψα στα πόδια της. Δε βγήκαν δάκρυα. Το πήρα σαν σημάδι πώς είχα αρχίσει κάπως να της μοιάζω.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethismenoParamythi-453#ixzz2ahLt0XFx

                                                                                                              (Πρώτη Δημοσίευση: 28.2.13)