Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Άνοιξη… Άνοιξη… γιατί δεν αντέχω…



Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Giuseppe Arcimboldo




Είναι γυναίκα. Είναι γυμνή. Και είναι αιχμάλωτη.
Μέσα σε πίνακα, μέσα σε λουλούδια.
Στο ημερολόγιο του τοίχου.
Μιλάει με γρίφους, μυρωδιές και ξαφνικές βροχές.
Μαδάω ένα ένα τα φύλλα της μήπως και καταλάβω…


«Βασιλικό εφύτεψα/ και βγήκε ματζουράνα/ θέλω να κάμω πεθερά/ της Μαριγώς τη μάνα»…«Για αγάπα με για αρνήσου με/ για πε των αμαθιών σου/ να μη με σαϊτεύγουνε/ όντε περνώ από μπρος σου»…«Παραπονιούμαι σου πολλά/ μα ‘γω το ‘χω το δίκιο/ γιατί έκαμες τ’ αχείλι μου/ πικρό σαν το ραδίκιο».


Έχει χείλη πικρά, μάτια σαΐτες, καπνίζει μαντζουράνα και παραληρεί.
Είναι τρελή, δεν την ακούτε; Δεν τη βλέπετε; Κοροϊδεύει μέσα απ’ τις βιτρίνες. Αιχμάλωτη κι εκεί. Πιέζει τη μύτη και τα μάγουλα πίσω από το τζάμι. Πατάει με τα βρώμικά της πόδια πάνω στη νέα κολεξιόν, στα νέα βιβλία, σβήνει σαν γόπες λαγουδάκια, σπάει λαμπάδες και κόκκινα ωμά αβγά, ζωγραφίζει μουστάκια γυαλιά και κερατάκια στις προσφορές των σούπερ μάρκετ.

Και στα άδεια μαγαζιά και ‘κει είναι. Ποζάρει νωχελικά και πρόστυχα με ποντίκια, αράχνες, λογαριασμούς και διαφημιστικά. Πίτσες, κρέατα και νηστίσιμα στα απόκρυφά της μέρη.
Γυρίζω το κεφάλι και τη βλέπω πίσω μου να κοιτάζει τη βιτρίνα και να ξερνάει γέλια. Δεν προλαβαίνω να την πιάσω, τρέχει γυμνή μέσα στους δρόμους. Πατάει πάνω σε αυτοκίνητα, πεζούς, σκυλιά, πουλιά. Κι αιχμαλωτίζεται ξανά μέσα στους κάδους. Ψαχουλεύει σκουπίδια, τρώει αποφάγια κι ανακύκλωση.
Άλλοτε πάλι είναι κυρία. Παρέα, φράουλα, σύννεφο, παιδί, μπαλόνι, παγωτό, λιακάδα, πλανόδιος μουσικός. Κρατάει μαγικό αυλό, αιχμάλωτη στις τρύπες του, στις νότες του, στ’ αυτιά σου. Άσε με να φύγω… σε παρακαλώ, φωνάζεις. Κι αυτή εκεί, μάγισσα, σειρήνα, μούσα, δεν σ’ αφήνει. Τη γδύνεις, τη βρίζεις, τη χτυπάς, την καρφώνεις στον τοίχο, την κλείνεις σε μπαούλα, σε γρίλιες, σε βιτρίνες, στα σκουπίδια, στα όνειρα που δεν θυμάσαι. Κι αυτή εκεί, γαντζώνεται στα χείλη, στα ρουθούνια, κρέμεται απ’ τα βλέφαρα, στάζει απ’ τα δάχτυλα γλύκα και ηδονή.

Άσε με να φύγω, σε παρακαλώ… μα πια δεν αντιστέκεσαι. Αφήνεσαι στα χάδια της, αιχμάλωτος, αιχμάλωτη κι αυτή στο χρόνο, στον πύργο σου, στο σώμα σου, στην πόρτα την κλειστή. Στο τέλος πέφτεις στα γόνατα κι εκλιπαρείς για έλεος, για αγάπη, για αυτήν… «Άνοιξη…Άνοιξη… γιατί δεν αντέχω…φτάνει πια…φτάνει πια…να με τυραννάς…»


 
 




Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-anoixi-anoixi-giati-den-antexo-460#ixzz2anzOHQpt

                                                                                                             (Πρώτη Δημοσίευση: 18.4.13)