Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Τα δικά μου Χανιά (ΤΑΞΙΔΙΟΚΤΗΤΙΚΟ 1) 







Γνωρίστηκα με τα Χανιά μέσα από φωτογραφίες και διηγήσεις. Τον Οκτώβρη του 1998 αποφάσισα επιτέλους να δημιουργήσω και τις δικές μου. Γιατί Χανιά; Μάλλον γιατί έψαχνα ένα άγνωστο μέρος που να είναι ακόμη καλοκαίρι. Σχεδόν μόλις πήρα την απόφαση να πάω, εμφανίστηκε στο «Stretto», όπου δούλευα, ο Ξενοφών. «Ο κατάλληλος άνθρωπος!» αναφώνησα. «Εσύ δεν σπούδαζες στο Ηράκλειο;». Μια και δυο ο Ξενοφών ενθουσιάζεται και με τα εσπρέσο να μετατρέπονται σε λευκές τεκίλες με μέλι και λεμόνι, αρχίζει να με χανιοκατατοπίζει. Λίγες μέρες μετά, χτυπάει το τηλέφωνο κι ακούω κάποιον από την άλλη μεριά να μου λέει: «Γεια σας. Με λένε Βαγγέλη. Ο υπεύθυνος για την ψυχαγωγία σας στα Χανιά». Τι να πω; Σημάδι απ’ τον Θεό.

Μάζεψα λοιπόν χαρτάκια με τηλέφωνα, παραγγελιές, μηνύματα για παράδοση, βιβλία, τα καλοκαιρινά λίγο πριν ανέβουν στο πατάρι, χαιρέτησα πανηγυρικά το βράδυ τη Θεσσαλονίκη και την άλλη μέρα πήρα το τρένο, έφτασα Πειραιά, μπήκα στο ΛΑΤΩ και να σου την... ξημερώματα φτάνει στη Σούδα.

Μ’ άρεζαν πολύ τότε οι λόνλι διακοπές. Γέμιζαν τα μπλοκάκια μου με λέξεις και λεκέδες. Αυτά ήταν η παρέα μου. Μαλώναμε, γελούσαμε. Μαζί πίναμε στα μπαρ, κουτσομπολεύαμε, φλερτάραμε, τρώγαμε στις ταβέρνες. Μεθούσαν και τα γράμματα, χόρευαν στο χαρτί και το επόμενο πρωί ούτε αυτά, ούτε εγώ θυμόμασταν πολλά. Μόνο εκείνη τη μαγική αίσθηση πως θες να ζήσεις κι άλλο κι άλλο κι άλλο, να μην χρειαστεί ποτέ να πεις «Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλά μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα».
Στο παλιό λιμάνι έφτασα κι ήταν σκοτάδι. Οι λόνλι διακοπές έχουν και τα σκαμπανεβάσματά τους. Κι επειδή δεν έχεις με κανέναν να μοιραστείς τις ανασφάλειες και τους φόβους σου, κάθεσαι μόνος και τα τρως. Ή πίνεις έναν καφέ μέχρι να ξημερώσει. Και να τα χρώματα σιγά σιγά ν’ αλλάζουν, οι φόβοι να γαληνεύουν κι όλη η μαγεία, ίσως της ομορφότερης πόλης της Ελλάδας, να σου αποκαλύπτεται.

Τυχαία είχα κλείσει δωμάτιο σε μια πανσιόν που λεγότανε Σοφία. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο εκείνη την εποχή. Ούτε το υπέροχο εργαστήρι της Καρμέλας απέναντι, ούτε η κυρία στον αργαλειό παραδίπλα, ούτε η οδός που λεγότανε Αγγέλου, (το τότε ποδήλατό μου λεγόταν Αγγελής), ούτε το καφενείο «Η γωνιά των αγγέλων» με ιδιοκτήτη τον Άγγελο- με μια γάτα μονίμως στους ώμους του, ούτε φυσικά το στρατηγικό «Μελτέμι» δίπλα στο κάστρο του Φυρκά. Νόμιζα πως ζούσα επιτέλους στο σωστό παραμύθι κι όλα μου επιβεβαίωναν πως όφειλα να είμαι εκεί.

Το ραντεβού με τον άγνωστο Βαγγέλη ήταν στις 12 στον Άγγελο. Με πήρε παραμάσχαλα κι άρχισε να με γυρίζει. Και να ο φάρος, τα Μαχαιράδικα, τα Νεώρια, τα «2 Λουξ», το «Αβγό του Κόκορα», το «Ανέκδοτο», το «Praxis», το Κουμ Καπί. Και να η Αριάδνη, η Εβελίνα, ο Δήμος, ο Σταμάτης. Τι όμορφοι που ‘ναι οι άνθρωποι εδώ… έλεγα και δεν το πίστευα πως υπάρχει αυτό το μαγικό μέρος που είναι διακοπές και καθημερινότητα μαζί. Εδώ όλα είναι έτοιμα: οι ιστορίες, οι φίλοι, οι μουσικές… και μου χαρίζονται απλόχερα. «Εσύ πρέπει να γίνεις δική μας», μου ‘λεγαν. «Θα γίνω», έλεγα κι εγώ και πάνω στη ρακή το πίστευα κιόλας.

Μια βδομάδα διακοπές, άντε και δυο μέρες παράταση για να χορτάσω. Πού να χορτάσω τις μαγείες που συναντούσα. Μια περαστική Χανιώτισσα μου λέει πως με είδε στη Θεσσαλονίκη όταν γλεντούσα το φευγιό μου. Ένας άγνωστος κάθεται δίπλα μου στο «Φαγκότο» και μου πιάνει κουβέντα: και πώς σε λένε κι από πού είσαι και μήπως ξέρεις το Stretto, τον Μοράρο… (βολιώτης ζωγράφος κι αγαπημένος μου άνθρωπος που μου είχε αναθέσει να παραδώσω στον Δημήτρη απ’ το «Καρνάγιο» στα Χανιά ένα δέμα). Βγάζω επί τόπου το δέμα από την τσάντα και το παραδίδω. «Είσαι ο Δημήτρης κι έχεις το Καρνάγιο; Έχω κάτι για σένα». Τόσο απλά.

Στα Χανιά όλα συνέβαιναν μόνα τους. Συνέβη να δω και να με δει και μια αφίσα, με ένα μελαγχολικό αρλεκίνο: «Θεατρικό Εργαστήρι, Πολιτισμικός Νότος, οι εγγραφές ξεκίνησαν». Πήγα να πάρω πληροφορίες. Με μαγιό, καπέλο, παρεό, ψάθινη τσάντα θαλάσσης κι άλλα αντίστοιχα τουριστικά συμπαρομαρτούντα. Με κοιτάξανε σαν ούφο, μου δώσανε το πρόγραμμα. «Πού σπουδάζετε;» με ρώτησαν. «Κομοτηνή» απάντησα. «Πού μένετε;» με ρώτησαν. «Θεσσαλονίκη», απάντησα «…αλλά ποτέ δεν ξέρεις…». Κι η φωτογραφική μηχανή μιας χρήσης τραβούσε και τραβούσε…

Για να φύγω πήρα το εισιτήριο του ΚΤΕΛ κατευθείαν για Θεσσαλονίκη. Έβαλα τα μπαγκάζια στο λεωφορείο… «Θα σε πάμε εμείς στο λιμάνι» …είπαν οι φίλοι μου. Ήπια τα τελευταία μου λεφτά, έκλεψα μαντινάδες, κέρασα σπονδές και τσικουδιές στο χανιώτικο χώμα και λίγο πριν ανέβει η μπουκαπόρτα, μπήκα μεθυσμένη στο Λατώ.

Ο έλεγχος των εισιτηρίων γινόταν από έναν αυστηρό άνδρα με στολή. Δεν σήκωνε πολλά πολλά. Απαιτούσε πάσο κι όχι αστεία. Περίμενα υπομονετικά και ζαλισμένα. Του δίνω το εισιτήριο του ΚΤΕΛ και μ’ αγριοκοιτάζει. «Ίντα ’ναι αυτό ρε κοπελιά, πού είναι το εισιτήριο του πλοίου; Άσε ταυτότητα κι έλα επαέ μόλις ξεκινήσουμε να αγοράσεις κανονικό εισιτήριο». Πού να ‘ξερα ότι το εισιτήριο του καραβιού δεν συμπεριλαμβανόταν στο εισιτήριο του ΚΤΕΛ κι έπρεπε να το πάρω έξτρα. Και τι να έκανα τώρα πού δεν είχα μία, παρά μόνο παραζάλη, κέφι και θράσος που σου δίνει η ρακή, οι ωραίοι άνθρωποι κι οι εικόνες που κουβαλάς μέσα σου… Σκέφτηκα τον έρανο, να ζητήσω δανεικά από το μεγάφωνο, να βουτήξω και να κολυμπήσω πίσω. Κοίταξα πολλή ώρα ένα φινιστρίνι, εστίασα και πήγα να αντιμετωπίσω τον Μανούσο. Δεν ήταν άγριος, υπέροχος ήταν. Γέλασε: «Άι βρε κουζουλή, μυαλό κουκούτσι δεν έεις, είσαι και σπουδαγμένη… φοιτήτρια και μάλιστα Νομικής, χαρώ το». «Εμένα που με βλέπεις Μανούσο, κάποτε θα γίνω μεγάλη δικηγόρος ή μεγάλη ηθοποιός δεν είμαι σίγουρη ακόμα. Εδώ που τα λέμε, μπορεί να γνωρίσω τον ιδιοκτήτη της ΑΝΕΚ και το ΛΑΤΩ σε λίγα χρόνια…ΜΑΡΑ να λέγεται…γι αυτό δωσ’ μου την ταυτότητα μου σε παρακαλώ κι άσε με να ξεμεθύσω με την ησυχία μου». Το υπόλοιπο ταξίδι κύλησε σαν λάφυρο πολύτιμο.
 






Κι έτσι επέστρεψα άφραγκη, νικήτρια και ηττημένη μαζί. Τι κάνω τώρα εγώ εδώ πίσω; Πού είναι η μαγεία που κέρδισα; Πού είναι ο όμορφος θρασύς εαυτός μου; Μου ‘χαν μείνει οι ιστορίες και οι φωτογραφίες που κουβαλούσα σαν φυλαχτό πάντα μαζί μου. Ένα βράδυ στο «Carpe Diem» , καθόμουν έπινα και τις κοιτούσα. Ο μπάρμαν ζήτησε κι αυτός να δει και ζαλίστηκε. «Μπορώ να τις κρατήσω;». Του ‘δωσα τις δυο αγαπημένες μου, μια με τα Χανιά ανάποδα μέσα σε λίμνη από βροχή και μια με μία τρύπα ηλιοβασιλεμένου ουρανού από τον φάρο. Μετά από χρόνια έμαθα πως χάρη σε αυτές τις φωτογραφίες, του ‘γιναν τα Χανιά έμμονη ιδέα και μετά ζωή. Δεν γίνεται να εμπνέεται τόσος κόσμος από τις ιστορίες μου κι εγώ ακόμα να ‘μαι εδώ.

Έτσι, 10 μέρες μετά τις διακοπές, μάζεψα cd, χειμωνιάτικα, αντιδράσεις έκπληκτων φίλων κι απηυδισμένων γονέων, το ποδηλατάκι μου τον Αγγελή και κατέβηκα να ξεχειμωνιάσω στα Χανιά. Ήταν Τρίτη και πήγαινα στην Κρήτη, ακριβώς για να προλάβω και το μάθημα στο Θεατρικό Εργαστήρι.

Μέσα σε μια βδομάδα, είχα σπίτι στην Αγγέλου, μόνο με 45.000 δραχμές το μήνα, το μαγικό δωμάτιο 8 στην ταράτσα της πανσιόν «Τερέζα» του υπέροχου Γιώργου Νικήτα με θέα όλο το παλιό λιμάνι. Είχα βρει δουλειά στο καφενείο «Άσωτος Υιός», με ιδιοκτήτες τρεις τρελούς τότε άσωτους, τώρα με τρία παιδιά ο καθένας: τον Μανώλη, τον Μπάμπη και τον Στέλιο. Είχα εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό «Ράδιο Παρατηρητής», μάθαινα θέατρο μέσα σε ένα κάστρο, είχα γνωρίσει τη Νεκταρία, τη Μαρία, τον Παναγιώτη, τον Αντώνη, τον Μάρκο, τις Τόνιες, τον Γιώργο, τον Μιχάλη Βιρβιδάκη, τη Μαρία Μεντέζ, την Άιραμ, την Άννα, τον Θωμά.
Πρέπει να βρεις ένα όνομα για την εκπομπή σου, μου είπε η Εύα, υπεύθυνη του «Ράδιο Παρατηρητή». Τότε ήρθε και με βρήκε: Δεν μπορούσε να μην είναι Μεθυσμένο. Δεν μπορούσε να μην είναι Παραμύθι.

Ένα μήνα μετά, ένιωθα σαν να ‘μουν στα Χανιά χρόνια. Είχα δουλειά, ενδιαφέροντα, παρέα κι όρεξη για ζωή. Ούτε τηλεόραση, ούτε κινητό, ούτε σταθερό, ούτε διαδίκτυο. Όποιος ήθελε να με βρει σκαρφάλωνε στον πύργο μου και άφηνε σημείωμα στην πόρτα. Ή τηλεφωνούσε στον «Άσωτο». «Τι έγινε χώρισες κι ήρθες στα Χανιά;», με ρωτούσαν οι ντόπιοι. «Τι έγινε ερωτεύτηκες και πήγες στα Χανιά;», με ρωτούσαν οι δικοί μου. Ναι, ερωτεύτηκα. Τα Χανιά τα ίδια. Δεν ήταν πια τουριστικά. Ήταν Χανιά πραγματικά. Με ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες. Κύματα που έμπαιναν μέχρι μέσα στα μαγαζιά. Μποτιλιάρισμα και σκουπίδια στους δρόμους. Δε μ’ ένοιαζε. Μόνο εδώ έχω δει διπλό καθαρότατο ουράνιο τόξο. Σχεδόν φαινόταν ο νάνος που το διέσχιζε κι ο θαμμένος θησαυρός στην άκρη του. Έβρεχε συχνά ακόμη και μες το σπίτι μου. «Μα η τρελή στο 8 δεν έχει πρόβλημα, τις αρέσει να ακούει τη συναυλία τον σταγόνων» με διαφήμιζε ο Νικήτας στους υπολοίπους της πανσιόν. Έτσι ήταν.

Περίπου. Γιατί μετά από λίγο καιρό συνειδητοποιείς πως όπου και να πας, τον εαυτό σου κουβαλάς. Απλώς επιλέγεις να κρυφτείς για λίγο σε άλλο σκηνικό. Με ενετικά κτίρια και πλακόστρωτα δρομάκια. Άλλα βήματα. Ίδιες όμως κάλτσες, ίδια παπούτσια. Λίγο πιο φθαρμένα από τον χρόνο και την υγρασία. Μέχρι να αποκαλυφθεί η κρυψώνα σου. Κι ο κόμης Σκοτεινιάς που κρύβεις μέσα σου, να ‘ρθει μες στο παραμύθι να σε βρει. Κι ούτε ουράνια τόξα προσέχεις, ούτε λιμνούλες μέσα στη βροχή, ούτε ηλιοβασιλέματα.

Έμεινα στα Χανιά Νοέμβρη με Ιούλιο. Δεν άντεχα να τα ξαναδώ τουριστικά. Έζησα όμως… συναυλίες, ξενύχτια, συντροφιές, στενοχώριες, χαρές. Μια μετακόμιση απ’ τη μια μεριά του λιμανιού ως την άλλη με ποδήλατα. Μια γιορτή στην αυλή του δεύτερου σπιτιού μου, κοντά στη Σπλάντζια. Μια ψαρόσουπα ένα βράδυ που ‘βρεχε. Έμαθα κιόλας τρεις πολύτιμες εκφράσεις: Χαμηλοφτερουγισμένος, Αναντρανιστά και Ξιά σου. Θα μπορούσαν να συνδυαστούν και σε μια μόνο φράση: Εσύ ορίζεις το πέσιμο ή το σήκωμά σου. Τα όνειρα όμως στη Θεσσαλονίκη δεν μπορούσαν άλλο να περιμένουν.
 
 

 
Από τότε, επιστρέφω συχνά στα Χανιά. Ή έρχονται και με συναντούν αυτά. Όταν βρίσκω εδώ πάνω τα ζόρια ή εκεί κάτω με χρειάζονται. Προστέθηκαν κι άλλα ονόματα: Κατερίνα, Σήφης, Γιανναίμη, Νίκη… ξεχάστηκαν κάποια άλλα. Διατηρείται ο έρωτας. Και με την πόλη και με τους ανθρώπους της. Εξάλλου καρπός αυτού του έρωτα ήταν και το Μεθυσμένο Παραμύθι.
 
 
 
Σημείωση: Η μόνη διαφήμιση που επιχειρείται σε αυτό το άρθρο είναι μιας ανάμνησης
- η αναφορά των ονομάτων μαγαζιών κι ανθρώπων γίνεται για να τη συμπληρώσει...
 
                                                                                                             (Πρώτη Δημοσίευση: 25.6.13)