Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Ο ίδιος χώρος

«Οικίας, περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.
Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.
Κ' αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα»











Στένεψε η πόλη πάνω μου. Με πνίγουν τα πρωινά, τα βράδια περισσεύουν, με σφίγγουν τα απογεύματα- ακόμη και τώρα που μεγάλωσαν, σαν να μεγάλωσα κι εγώ μαζί τους. Τι κάνεις λοιπόν όταν δεν σε χωράει ο τόπος;



Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Θοδωρή Λάλου


Ίσως δοκιμάζεις να τον ξεχειλώσεις. Τραβάω με τρένο το δεξί μανίκι, μεγάλωσε 6ωρο σχεδόν κι όμως ούτε ένα τσιγάρο δρόμος. Οι ραφές γίνηκαν ράγες, κι εκείνη η τρύπα η ξηλωμένη από παλιά, παράθυρο με εν κινήσει θέα πράσινη και μπλε. Αποσκευές τα ουφ, τα αχ, τα βαχ που πότισαν ύφασμα κουρασμένο.


Έφτασα σε άνοιξη λίγο πιο καλοκαίρι. Λίγο πιο κοντομάνικη, ξυπόλυτη, πιο γκρίζα, μα ανθισμένη. Η άνοιξη στην Αθήνα μυρίζει άνθη νεραντζιάς και ούρα. Μεγάλοι δρόμοι, μεγάλα κτίρια, μεγάλες αποστάσεις, μεγάλες αντιφάσεις. Μόνο τα βήματά μου γίναν πιο μικρά, μελετηρά και λαίμαργα. Δεν βιάζομαι, θέλω να καταβροχθίσω, να προλάβω να φωτογραφίσω, να αγαπήσω μια στιγμή να την κουβαλήσω σπίτι, να γίνει εικόνα και σταθμός, να καταλάβω πού βρίσκομαι, πού βλέπω να πηγαίνω.


Πήγα. Σε μια έκθεση ζωγραφικής.[1] Οικίας περιβάλλον. Ένιωσα. Συγγενής εξ αίσθησης, εκ χρώματος, εκ μιας ιδέας. Ζωγραφισμένη σκέψη μου στον τοίχο. Ξεχασμένη μνήμη μου στον πίνακα. Η άγνωστη πόλη έγινε πιο δική μου. Κι η γνωστή εγώ πιο αιχμάλωτή της.


Πήγα. Σε μια θεατρική παράσταση.[2] Οικίας περιβάλλον. Μεγάλο κτίριο. Μεγάλη σκηνή. Μεγάλο έργο. Μεγάλη η πείνα μου να δω κάτι μεγάλο. Ιστορίες άλλων κι όμως να καθρεφτίζουνε εμένα. Τη χώρα μου, το σπίτι μου, τη λέξη μου, τη λεηλασία της. Την προσπάθεια μου να βρω διέξοδο και στίχους μες σε τοίχους και αδιέξοδο. Ένιωσα. Συγγενής εξ ονείρου, εκ πόνου, εκ μιας θλίψης: να μην μπορείς να βρεις πλέον καταφάσεις, μόνο ερωτηματικά, θαυμαστικά. Κι αποσιωπητικά...


Πήγα. Σε μια παράσταση με μουσική, σάτιρα, γέλιο, κλάμα κι ιστορία.[3] Κι εδώ οικίας περιβάλλον. Με είδα στα βίντεο, στα σχόλια, στις γκάφες, στα αθυρόστομα τραγούδια. Με είδα κρυμμένη κάτω από μπούρκα, μα από μέσα μου γυμνή. Με είδα νάνο- να μεγαλώνω με την μικρή μου παρουσία το πεδίο των θεατών. Με είδα αμήχανη, ευαίσθητη, ευφυή, ροκ και λυπημένη. Κι εδώ ένιωσα. Συγγενής εκ κούρασης κι εξ απελπισίας.


Είδα και φίλους. Σαν να άνοιξα το σπίτι μου μπαίνοντας στο δικό τους. Σαν να ξεχείλωσα τον τόπο μου για να χωρέσει η δική τους φιλοξενία- στα βλέμματα, στα χέρια, στους καφέδες, τα ποτά, στις κουβέντες επιτέλους ζωντανές, στη σκέψη τους, στο χρόνο τους, μέσα στη ζωή τους. Είμαστε συγγενείς. Εξ αγάπης και ανάγκης για επαφή, μοίρασμα και κουράγιο.


Ξαναμπήκα στο μανίκι μου κι επέστρεψα 6 ώρες μετά. Στον εδώ πλανήτη έβρεχε, σαν να ξέπλενε τα ουφ, τα αχ, τα βαχ που πότισαν ύφασμα κουρασμένο. Δεν άλλαξε το μέγεθός του. Μα σαν να χωρούσαν ξαφνικά κι όλοι οι συγγενείς μου. Λες τελικά να μην ήθελα χώρο, μα παρέα;



[1]Far East - Εικόνες του ρευστού κόσμου, Θοδωρής Λάλος, ΤΕΧΝΟΧΩΡΟΣ


[2]Κύκλοι/Ιστορίες του Joel Pommerat, θίασος Κανιγκούντα, ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ


[3]Τζίμης Πανούσης, ΤΡΟΪKAclub



Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-o-idios-xoros-459#ixzz2anvh0j5g

                                                                                                             (Πρώτη Δημοσίευση: 11.4.13)