Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Το παιδί και το μπαλάκι

 

Είναι φορές που αναρωτιέμαι… Λες να μην υπάρχει παραμύθι, να κατοικεί μόνο στη σφαίρα της φαντασίας μου, ονειρόπληκτες παγίδες του μυαλού; Τότε τι δουλειά έχει μια παπαρούνα στο τσιμέντο, μια ηλιαχτίδα στο βλέφαρό σου, δυο τσίπουρα με μεζέ στο τραπέζι, ένα φιλί που σου κλείνει το δρόμο, μια βροχή την ώρα που διψάς;


Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Pablo Picasso

Πριν κάποια χρόνια για να βγάλεις καινούριο διαβατήριο όφειλες να πας στις 4 η ώρα το πρωί στο αστυνομικό τμήμα, να γράψεις το όνομά σου σε μια λίστα, να πας σπίτι σου για ύπνο, να ξυπνήσεις σε κανα 2ώρο, να ξαναπάς στο τμήμα στις 7, να προλάβεις καρέκλα, σκαλάκι ή τοίχο ν’ ακουμπήσεις και να περιμένεις τη σειρά σου για να βγάλεις επιτέλους με πρησμένα μάτια κι αγωνία το περιβόητο εξιτήριο από τη χώρα, να πας ένα ταξιδάκι βρε αδερφέ, ν’ ανοίξουν οι ορίζοντες, το αξίζεις. Ε;

Όλη αυτή η παράλογη διαδικασία, φάνταζε σαν τούνελ σκοτεινό και βάρβαρο, σαν ανέκδοτο εφιάλτης ακροβατικών εξετάσεων- μα έχω πάρει το πτυχίο μου, γιατί πρέπει να κάνω τούμπες για να σας το αποδείξω. Στο όνειρο εκεί κάπου ξυπνάς. Όταν συνειδητοποιείς ότι τα βιβλία είναι στο πατάρι, γιατί είναι στο πατάρι; Γιατί δεν τα χρειάζομαι πια, τελείωσα, κέρασα και τους φίλους μου- το θυμάμαι. Άρα δεν έχω κι εξετάσεις. Ανοίγει το βλέφαρο σαν θυμωμένο στόρι κι ευγνωμονείς τον χρόνο, τις ρυτίδες και το σκουριασμένο σου κορμί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όσο και να ζόριζα το μυαλό μου για μια λογική σκέψη που θα μ’ απαλλάξει απ’ το μαρτύριο, δεν κατάφερνα να ξυπνήσω. Ήταν αλήθεια. Βρήκα λοιπόν μια μίζερη γωνιά και περίμενα.

Κινούμενα χασμουρητά, κουτσομπόλες ματιές, νεύρα αγουροξυπνημένα. Πόσο εύκολα μπορούν να μαλώσουν δυο άνθρωποι για μια θέση, ένα στυλό, ένα νούμερο; Πολύ. Κι όπως ήταν αναμενόμενο συνέβησαν όλα. Αυτό όμως που δεν περίμενε κανείς, ήταν η εμφάνιση στο τμήμα ενός παραμυθιού… με τη μορφή πλαστικής μπάλας, με τη μορφή παιδιού.

Μπήκε το πιτσιρίκι στην αίθουσα αναμονής, άφησε το χέρι της μαμάς του, είδε όλους αυτούς τους ψηλούς γκρίζους ανθρώπους κι αποφάσισε να τους προκαλέσει σ’ ένα αυτοσχέδιο αγώνα ποδοσφαίρου. Το πρώτο σουτ ήταν δειλό, σαν σκανταλιά. Βρήκε όμως ανταπόκριση. Τα βλέμματα σηκώθηκαν από το πάτωμα. Έσκασαν και δυο χαμόγελα. Πρωταγωνιστές παπούτσια. Τακούνια, μοκασίνια, δετά, μπότες, αθλητικά, σκισμένα, καλογυαλισμένα- όλα διψούσαν ν’ αγγίξουν αυτό το μαγικό μπαλάκι. Έτρεχε ο μικρός πάνω κάτω κι έβαζε κι άλλους στο παιχνίδι- χωρίς διακρίσεις. Μεγάλες ευτραφείς κυρίες άφηναν τις καρέκλες λάφυρα, που με κόπο κι αίμα διεκδίκησαν, και γίνονταν κι αυτές παιδιά. Κι άλλοι, παρατούσαν χαρτοφύλακες, ξινίλες και δικαιολογητικά για να ρίξουν μια κλωτσιά… στο μπαλάκι, στο σύστημα, στο παράλογο.

Μετά από λίγο το παραμύθι εξαφανίστηκε.
Τα βλέμματα ξαναβούτηξαν στις εφημερίδες, τ' ακουστικά στ’ αυτιά, η απόγνωση στη ρουτίνα. Σαν απόηχος, έμειναν να αιωρούνται σχόλια… να δεις που αυτός θα γίνει ποδοσφαιριστής….
 
Δεν ξέρω αν ο μικρός έγινε τελικά. Το σίγουρο είναι πως το παραμύθι μου επιβεβαίωσε την ύπαρξή του. Ακόμη και τη μέθη του… μια και όταν ήρθε η σειρά μου κατάλαβα πως τόσες ώρες… περίμενα σε λάθος τμήμα.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-to-paidi-kai-to-mpalaki-461#ixzz2ao1FO2X6

                                                                                                             (Πρώτη Δημοσίευση: 25.4.13)