Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013


Κόκκινη Λευκή Κλωστή

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Edward Hopper
- Σ’ έπιασε ο ήλιος.

Κοιτάω πίσω μου. Κανείς. Σε μένα μιλάτε. Μ’ έπιασε και πού με πήγε; Ούτε που τον πήρα χαμπάρι. Πίσω από κλειστές γρίλιες, πουλόβερ και γυαλιά, κάτω από πάπλωμα, μπροστά σε υπολογιστή, μέσα στο καταχείμωνο των σκέψεων- για ποιον ήλιο μιλάτε; Γρήγορα γρήγορα μου αρπάζουν το χέρι, μου τυλίγουν στον καρπό κλωστή κόκκινη λευκή… μισή φωνάζει sos κι η άλλη μισή εκλιπαρεί να λερωθεί…

Μέρες τώρα κουβαλώ το βραχιολάκι στο χέρι μου. «Οπόχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ο ήλιος μη την ιδεί». Ρε μπαμπά, σύνελθε… άσε με να εισπράξω λίγο βιταμίνη D… δεν θέλω να ‘μαι ακριβή, απλόχερη θέλω να ’μαι.

Μα ο Μάρτης δεν ακούει. Είναι φρικιό, αλήτης και κλαψιάρης. Ανοιξιάτης, γδάρτης, μπαγαπόντης, χιουμορίστας. Μετά τον κουτσοφλέβαρο, μια αρτιμελής κυκλοθυμία, ασορτί με τις αντιφάσεις της εποχής. Κόκκινη λευκή κλωστή. Μισή αγνή, μισή στο αίμα βουτηγμένη. Σ’ εκβιάζει να χαρείς, από πίσω σου την φέρνει. Αφήνει να φύγουν μυρωδιές, με μυξομάντιλα τρέχεις να τις πιάσεις. Κι ιδρώνουν οι μπλούζες και γεμίζουν τα γυμναστήρια και γεμίζει με έαρ το σώμα, το μυαλό. Και ξεχειλίζεις από λαχτάρα κι άρνηση μαζί. Δεν είμαι έτοιμη ακόμη!

Κι όμως ο Μάρτης-χειροπέδα με οδήγησε στην εξοχή. Επινόησε μια καλή παρέα, ένα ρεπό, εξαφάνισε τα άλλοθι της μιζέριας, της αφραγκιάς, του ταβανιού και του πατώματος και να σου την, με αθλητική περιβολή, καλά κρυμμένη ενοχή κι ένα καρβέλι ψωμί, δευτεριάτικα, να προσπερνάει βιαστικούς σκυφτούς κι αγχωμένους και να χάνεται σε βουνά, λαγκάδια, καταρράχτες, λίμνες- πού ήταν όλα αυτά ρε παιδιά, τόσον καιρό;

Ανάσα. Το παιδί της πόλης ανοίγει στόμα, μάτια, ρουθούνια και αυτιά και εισπνέει άνοιξη. Αγαπάει λουλούδια, βελανίδια και βολβούς. Ψάχνει μανιτάρια, πασχαλιές κι αμυγδαλιές. Πραγματικές, όχι σε περιτύλιγμα σοκολάτας. Δέντρο. Ενθουσιώδες, βιαστικό και φλύαρο- το ροζ είδωλό του στης φύσης τον καθρέφτη.

Ανάσα. Το παιδί της πόλης μαθαίνει πως ένα κορίτσι 8 χρονών έβοσκε κοπάδια και κοιμόταν ολομόναχο το βράδυ σε παράγκα. Πως μιάμιση ώρα από το σπίτι του υπάρχει μια παράδεισος. Πως ο πανσές πήρε το όνομά του από το γαλλικό penser (=σκέφτομαι). Κρατάω έναν στα χέρι. Άρα υπάρχω, σκέφτομαι. Ή έστω υπήρξα. Για μια μέρα αιχμάλωτη του Μάρτη. Κι ελεύθερη. Να υποδεχτώ την άνοιξη όπως μου αξίζει.

Μ’ έπιασε ο Ήλιος, ναι. Απ’ το να με πιάσει η Γκρίνια, προτιμώ χίλιες φορές το άγγιγμά του. Κι ας είναι ψεύτης. Έχω αρκετά παλούκια για να κάψω και να ζεσταθώ όταν ο Μάρτης αλλάξει στο κρεβάτι του πλευρό. Αλήθεια, λένε πως κοιμάται ανάμεσα σε δυο γυναίκες: μια κούκλα, μια πανούκλα. Γι’ αυτό γελάει με τη μια και κλαίει με την άλλη. Αποδέχομαι πως και οι δυο τους κατοικούν μέσα μου κι αφήνομαι… αμυγδαλιά… στα χάδια του.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/MethismenoParamythi-455#ixzz2aiXvz6tZ

                                                                                                             (Πρώτη Δημοσίευση 14.3.13)