Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Η έξοδος

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική της Ιωάννας Σπανάκη


Πάμε μια βόλτα;
Και δεν πάμε…
 
Έριξαν κάτι πρόχειρο πάνω τους, κλείδωσαν καλά το διαμέρισμα και βγήκαν.
 
Ας ακολουθήσουμε το φεγγάρι, είπε αυτός.
 
Πιάστηκαν χεράκι χεράκι και πήγαιναν.
 
Πωπω κοίτα πόσα ταξί, σχολίασε αυτή. Κοίτα πόσα σορτσάκια, απάντησε αυτός.
 
Κατέβαιναν, κατέβαιναν. Διέσχισαν ασχήμιες κι ομορφιές. Παραμυθένια κτίρια, μίζερα γραφεία, βιτρίνες, λουλούδια, σκουπίδια, δυνατές μουσικές, μπράτσα με ταττού, άχαρα τακούνια, κουρνιασμένα σκυλιά, φοβισμένα γατιά. Κάποιος τους ζήτησε τσιγάρο, κάποια τους ζήτησε φωτιά, ένας πουλούσε μήλα, μία πουλούσε φακούς, βεντάλιες, αθλητικά παπούτσια, μυγοσκοτώστρες, στραγάλια. Ένα λουλούδι για την ομορφιά δίπλα σου, πρότεινε ένα πιτσιρίκι. Μια μπριτζόλα; Ό,τι φάτε, ό,τι πιείτε 10 ευρώ; Δώσε μου ψιλά, παρακάλεσε μια κυρία. Πού είναι η Βαλαωρίτου; Ρώτησε μια παρέα. Το BIGBAZAAR*; Η στήλη των Όφεων; Η Καμάρα; Πού είναι η κρίση, ρώτησαν κάποιοι τουρίστες. Το κάμπινγκ; Το μετρό; Ένα περίπτερο ανοιχτό; Πού είναι επιτέλους το φεγγάρι, ρώτησε αυτή. Παγουράδες στην καταγωγή, στο φεγγάρι έβρισκαν πάντα λύτρωση. Αλήθεια, λένε πως στα Γιάννενα μάζευαν με παγούρια της λίμνης το νερό για να πιάσουν το φεγγάρι. Το θυμήθηκαν, γέλασαν, της έσφιξε το χέρι και την οδήγησε στη θάλασσα.
 
Εκεί τους έβρισαν τρία ποδήλατα, ένας μικροπωλητής, δυο μεθυσμένοι και μισό κύμα. Δεν στεναχωρήθηκαν, ακολουθώντας διερχόμενα φιλιά και μπύρες, βρήκαν το σωστό μονοπάτι για το λιμάνι. Ένας κινέζος ψάρευε, ένας άλλος κατέβηκε τη σκάλα και χάθηκε από τα μάτια τους. Κάποιος άλλος έχασε ένα στοίχημα και βούτηξε. Μα αυτοί δεν τον είδαν. Ούτε καν αναρωτήθηκαν αν βγήκε ζωντανός. Κοιτούσαν πλέον μόνο ψηλά. Ψηλά ήταν ένα αεροπλάνο. Κι όλοι τους οι φίλοι. Κι ένα καράβι φωτισμένο. Κι ένας εξωγήινος που τους κοιτούσε σαν συγχωριανούς του. Ψηλά ήταν κι ένας φωτογράφος που χόρευε περιμένοντας τη σωστή στιγμή. Κι η στιγμή ψηλά ήταν. Ψηλά κι εκείνα τα εφηβάκια που από σεβασμό σηκώθηκαν και τους παραχώρησαν παγκάκι ξαπλώστρα πλάι στην ασημένια πίστα.
 
Τη βοήθησε να ξαπλώσει. Της έδωσε το μπράτσο του για μαξιλάρι. Αντέχεις, αγόρι μου; Ρώτησε αυτή. Εκείνος απάντησε με ροζιασμένο χάδι πάνω σε λευκά κυματιστά μαλλιά. Αντέχω… κορίτσι μου.
 
Το αγόρι και το κορίτσι, γύρω στα 85, με τα παγούρια τους γεμάτα αγάπη, χρόνια και φεγγάρια, έμοιαζαν ν’ αντέχουν πιο πολύ απ’ όλους μας.


[* Μπιτ – παζάρ. «Αγορά της ψείρας», από τα παλαιά ρούχα που πωλούνταν τότε στα καταστήματα και τα οποία ήταν γεμάτα ψείρες.]


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-i-exodos-465#ixzz2aoKvSGfN

                                                                                                             (Πρώτη Δημοσίευση: 30.5.13)