Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

 

Οι φίλοι είναι εκεί… μικρές κουκίδες, εντός κι εκτός πόλης. Τις ενώνω με κόκκινη κλωστή. Ισορροπούν πάνω της σκέψεις λόγια και μηνύματα. Αναπάντητες τείνουν τραμπαλίζονται και πέφτουν. Αν ένας από τους δύο το σήκωνε μπορεί να λέγαμε τα εξής:


Τζαμάρισμα*

 



Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Χάρη Μητρούση



Σε σκεφτόμουν… Πώς είσαι; Πώς περνάς; Τι βλέπεις όταν περπατάς; Αγαπάς αυτές τις μέρες; Σε χαϊδεύουν; Νιώθεις; Κλαις; Έζησες τίποτα καλό; Έστω είδες; Άκουσες; Τι θα ‘θελες; Έχεις λεφτά; Σχέδιο; Όνειρο; Ένα γαμώτο που σε καίει; Είναι αρκετό να σε ζεστάνει; Πρόσεχε μόνο… τις αναθυμιάσεις…


Εδώ; Όλα καλά. Δεν σκέφτομαι. Τραγουδάω πού και πού και αποκωδικοποιώ μετά τις μελωδίες. Πώς σου κολλάει ένα τραγούδι, χωρίς λόγο. Υπάρχουν στιγμές… «σ’ αγαπώ και μ’ αρέσει η ζωή» …κι άλλες πιο… «Χειμώνας… δεν τ’ ακούω πια τριγύρω μου τα αηδόνια». Το ξέρεις; Το μουρμούριζε κάθε Δεκέμβρη η μαμά κι έχωνε τα κυδώνια στο φούρνο. Καρφωμένα πάνω τους γαρύφαλλα, κανέλες… μύριζε το σπίτι γλυκιά αναμονή. Τι περιμέναμε; Να μεγαλώσουμε…ξέρω κι εγώ…


Τι πράγμα; Ναι βγαίνω. Βγαίνω στην πόλη να συλλέξω εικόνες κι έμπνευση… Κουκουλώνομαι καλά και μ’ αδηφάγο βλέμμα ψάχνω ένα πέταγμα πουλιών, ένα σύντροφο σκύλο, μια ομορφιά… Βλέπω πολλούς να κατουράνε στον δρόμο. Εκεί κατουράνε στα κεπέγκια; Στις σκάλες; Στα δέντρα; Στα παρκαρισμένα; Στους κάδους; Στους ανθρώπους που’ ναι μέσα τους και ψάχνουν;


Συχνά καταλήγω σινεμά. Είναι πιο εύκολο να πάρεις την ταινία έτοιμη, παρά να την ζήσεις. Βυθιζόμαστε στις θέσεις μας και πάμε… Ρώμη, Άνδρο, στο διάστημα… Έπειτα ανάβουν τα φώτα κι επιστρέφω με σουβενίρ πλάνα αξιοθέατα στο σπίτι.


Α, πέτυχα κάτι ωραίο χθες. Μπάσο, κιθάρα, ντραμς, σαξόφωνο, μελόντικες, φωνές. Τζαμάρανε, γελούσανε, έδιναν χώρο κι έπαιρναν. Ξες τι ωραία; Έβγαλα και τα γυαλιά, έξω έβρεχε, θόλωσαν τα πάντα. Έβλεπα μόνο ήχους και νωτισμένα χρώματα. Σαν πίνακας ξεχασμένος στην καταιγίδα. Σαν συναυλία στο βυθό της θάλασσας. Ή σαν μαέστρος ζωγράφος που έκλαιγε.


Μην χάνεσαι. Μου λείπεις. Δεν σε παίρνω αλλά σε σκέφτομαι. Φυσάω μέσα σε σαπουνόφουσκες ευχές και προσευχές. Φτάνουν ως εκεί;



*Τζαμάρισμα: ο συγκεκριμένος όρος αποτελεί εξελληνισμένο δάνειο του αγγλικού όρου jamming και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συνάντηση μουσικών (κατά κύριο λόγο οργανοπαιχτών και όχι θεωρητικών) με σκοπό την πρωτογενή παραγωγή μουσικής, χωρίς να υπάρχει προετοιμασία ή προϋπάρχον υλικό.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-tzamarisma-479#ixzz2mxfRIX5B


                                                                                                             


                                                                                                           (Πρώτη Δημοσίευση: 5.12.2013)

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Ράδιο γανωτής, λούστρος και ντελάλης

 

 



Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Στράτου Στεριανού



Στο τελευταίο συμμάζεμα του σπιτιού περίσσεψαν 2μιση ραδιόφωνα. Υπήρχε ένα στην κρεβατοκάμαρα και λειτουργούσε σαν υπνητήρι/ ξυπνητήρι, ένα στο σαλόνι σαν μόνιμο soundtrack της καθημερινότητας, κι ένα τρανζιστοράκι στην κουζίνα- απαραίτητο μητροπαράδοτο συστατικό για την προετοιμασία του φαγητού, εμπλουτισμένη πάντα με νότες και παράσιτα. Ησυχία δεν έβρισκαν οι τοίχοι. Εκτός κι αν έπεφτε το ρεύμα ή έπεφταν σε κενό αέρος οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί. Ακόμα κι αν έλλειπαν όλοι από το διαμέρισμα, το ραδιόφωνο παρέμενε ανοιχτό, αυτόπτης μάρτυρας στα όνειρα του σκύλου.

Και δώστου οι κλασικές μουσικές σαν αναζήτηση οικιακής αρμονίας- να μην έχεις και αγωνία για το τι θα ακολουθήσει. Και να ο Μάνος Κατράκης και η Κατίνα Παξινού μουσαφίρηδες στο σπίτι σου, κι ο δημοσιογράφος Μπρίνης να αναμεταδίδει τα νέα της Λιλιπούπολης και το Ράδιο Νοσταλγία να σε πηγαινοφέρνει στο χρόνο. Πλημμύριζε το σπίτι άγνωστες οικείες φωνές κι η φαντασία σκάρωνε μορφές και πρόσωπα. Είχες παρέα στο διάβασμα, παρέα στην παρέα μα κυρίως παρέα στη μοναξιά.

Υπήρχε και μια κασέτα ετοιμοπόλεμη, μήπως και προλάβει να καταγράψει το τραγούδι που κατά καιρούς σε στοίχειωνε. Μετά γινόταν ξεσκαρτάρισμα και μετά κόπων, REC, PAUSE και βασάνων έφτιαχνες τη δική σου εκπομπή. Αυτά που ήθελες να πεις τα στρίμωχνες στο εξώφυλλο ή τα έκρυβες κάτω από ζωγραφιές κι αλλόκοτα κολάζ. Την άκουγες μέχρι να λιώσει. Τη δοκίμαζες πρωί μεσημέρι βράδυ. Στα walkman, στο μεγάλο στερεοφωνικό, ακόμα και στον ύπνο σου. Κι όταν ήσουν έτοιμος να την αποχωριστείς, την πρόσφερες σαν εκ βαθέων δήλωση, σαν ψίθυρο πολύτιμο σε αυτιά αγαπημένα.

Όταν κάποια στιγμή ένιωσα πως δεν χωρούσε το εξώφυλλο μιας κασέτας όλα αυτά που ήθελα να πω, κατάλαβα πως αγαπούσα το ραδιόφωνο κι από την άλλη πλευρά. Εκείνη που κρύβεται μες τη συσκευή, ανάμεσα στα καλώδια και τις λυχνίες και οδηγεί μέσω μιας στραβιάς κεραίας σε ένα ηχομονωμένο δωματιάκι βασίλειο, με υπηκόους δίσκους φέτες κονσόλες και μικρόφωνα. Άσε με να μπω στο σπίτι σου, στ’ αμάξι σου, σαν ψίθυρος στα αυτιά σου. Σαν εκ βαθέων δήλωση, κασέτα χειροποίητη, έστω λίγο μασημένη.

Υπάρχουν επαγγέλματα που χάνονται στον χρόνο. Ο γανωτής, ο λούστρος, ο ντελάλης. Στις μέρες μας, ανάμεσα σε πολύτιμα άλλα εκλιπόντα, μοιάζει να είναι κι ο ραδιοφωνικός παραγωγός. Αυτός που επιλέγει απ’ το στοκ της ψυχής του τα τραγούδια και μιλάει για όλα εκείνα που δεν χωράνε στο εξώφυλλο της κασέτας. Τη θέση του πήρε ο Τζάμπας, το Τζάμπο, ο φρι το γκόου- ο ελεύθερος να φύγεις, να κλείσεις άρον άρον τη συσκευή, μήπως και ξεστοιχειώσει το μυαλό σου από την αντίστροφη μέτρηση των Χριστουγέννων, από την αντίστροφη μέτρηση του τέλους της παρέας, των ονείρων, του πολιτισμού.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-radio-ganotis-loustros-kai-ntelalis-478#ixzz2mJMOSnJE
                                                                                                        (Πρώτη Δημοσίευση 28.11.2013)

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013


Δύσκολοι αποχαιρετισμοί…





Μια συνομιλία με τη ζωγραφική της Αιμιλίας Ξανθοπούλου




Αγαπημένο μου,


Γυμνές οι λέξεις χωρίς το απαλό σου χάδι, αμήχανα τα δάχτυλα, μοιάζουν να απορούν. Τα χείλη μισάνοιχτα, ακόμα περιμένουν. Ανασαίνω το δωμάτιο που μέχρι χθες υπήρχες. Σε ψάχνω στις κουρτίνες, ακολουθώ τα ίχνη σου στους τοίχους, στο πάτωμα… ναι πέρασες από δω, έστριψες από κει, άναψες, σβήσαμε αγκαλιά, στα χέρια μου… κι αχόρταγη ζητούσα και διψούσα κι άλλο… κι άλλο. Όχι δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Γι’ αυτό σου γράφω, να ξορκίσω με πλήκτρα την απόφαση, το πείραμα, την απουσία. Μια αγάπη που ‘γινε δίκοπο μαχαίρι ή έστω… τσιγάρο ηλεκτρονικό.

Μέχρι τα 20 ήμουν φανατική κατά. Από παιδιά, με τον αδερφό μου, κρύβαμε τα πακέτα των επισκεπτών, στις διακοπές πετούσαμε σε απόκρημνα φαράγγια τον καπνό της πίπας του πατέρα ή λοξοκοιτούσαμε τις σπάνιες φορές που η μαμά έκανε ένα τσιγαράκι με τον καφέ και τις φιλενάδες της. Ο αδερφός δεν το βαλε ποτέ στο στόμα του. Κι εγώ… Αφού το απέφυγα στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στον έρωτα, στη θλίψη και στα πρώτα χρόνια του Πανεπιστημίου… βρέθηκε μια Φολέγανδρος στη μέση του πελάγους, εγώ πάνω της για τις πρώτες μου μοναχικές διακοπές, μια ωραία θέα, χωρίς παρέα, που έπρεπε κάπως να μοιραστεί. Ο φίλος μου ο καπνός, σκέφτηκα τότε και με τρεμάμενα χέρια και φωνή αγόρασα το πρώτο μου πακέτο. Και σπίρτα. Και φυσούσε. Κι ούτε να το πιάσω δεν ήξερα. Αλλά ήταν ωραία. Και μετά άρχισαν τα φαντασιόπληκτα: το κοριτσάκι με τα σπίρτα και τα camel άναβε ρουφούσε και εισέπνεε ζαλισμένες εικόνες. Γινότανε Πυθία και ψέλλιζε χρησμούς ακατανόητους. Και μες τη θολούρα του τοπίου, επινοούσε διαλόγους, όνειρα, κείμενα, παρέες… Οι μικροί στεναγμοί του τσιγάρου που καίει ήταν ασορτί με τους δικούς της που ήταν είκοσι χρονών κι ήθελε να τα ζήσει όλα. Ως το φίλτρο.
 
Αλήθεια, περάσαμε όμορφα. Είσαι απ’ τις πιο γοητευτικές αδυναμίες μου. Μια μετέωρη επιθυμία που ξεντύνεται πέπλα καπνού και χορεύει στον αέρα. Μια χαρμάνα στιγμή που ζητάει απεγνωσμένα μια φωτιά. Μια πολύχρωμη ζωή, νοτισμένη από μια μεθυστική εθιστική σταγόνα δηλητήριο. Αν ήταν η μόνη… μπορεί απτόητη να συνέχιζα. Μα τα γύρω σταλάζοντα φαρμάκια είναι τόσα πολλά… που θες, που να πάρει, τουλάχιστον ελεύθερα και καθαρά… να ξαναμυρίσεις, να ξαναγευτείς, να ξανανανπνεύσεις. Να θυμηθείς πώς είναι να νιώθεις ανεξάρτητος κι απαλλαγμένος ακόμα κι απ’ την αγαπημένη σου συνήθεια.

 
Αγαπημένο μου… όχι δεν είναι αποχαιρετισμός…. Είναι ένα γράμμα ξόρκι… να σφραγίσει την απόφαση, το πείραμα, την απουσία. Έτσι σαν φόρος τιμής σε εκείνο το εικοσάχρονο κοριτσάκι που ήθελε να τα ζήσει όλα…



Ειλικρινά Μ-εθισμένο,
Παραμύθι


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-diskoloi-apoxairetismoi-477#ixzz2lS3UooF6

                                                                                                              Πρώτη Δημοσίευση: 21.11.13

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013


Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει




Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Max Beckmann



Ανοίγω απότομα τα μάτια. Ξεκολλάει τ’ όνειρο βίαια από τον ύπνο. Τα πόδια ψαύουν τον αέρα μα αντί να νιώσουν τα σανίδια, βρίσκουν κι ακουμπάνε πάνω σε μια μπάλα. Κάτω απ’ τις πατούσες μου γυρίζει μια γη πλαστική χοντρή και φουσκωμένη. Λίγο Ανταρκτική λίγο ωκεανός καταφέρνω κι ισορροπώ.
 
Κατά τ’ άλλα η μέρα κυλάει φυσιολογικά. Βγαίνω στον κόσμο, έχοντας τον κόσμο στα πόδια μου. Και κοίτα να δεις κάτι πράγματα, εγώ η ανισόρροπη κι ατσούμπαλη δεν πέφτω. Παιδεύομαι, μπαλαντζάρω, προσπαθώ από κάπου να πιαστώ… από κουβέντες, απ’ τον αέρα, απ’ τους περαστικούς. Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει…
 
Όμορφη μέρα και μουντή. Με ψιλόβροχα να τη ραντίζουν να μην εκραγεί. Με ρακές να την ποτίζουνε να ανθίσει. Δουλειές, διαλείμματα, χαμόγελα, άγχη, ιστορίες, σχόλια, ανησυχίες, γέλια, βουρκώματα, καπνοί. Κι εγώ πάνω στην μπάλα μου να κάνω τράβελινγκ σλάλομ ανάμεσα τους, σαν ακροβάτης, σαν αέρας, κάτι σαν πουλί. Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει…
 
Έχω και μουσική υπόκρουση. Ειδήσεις. Αίσχη και ντροπές. Τις μικρές κατακτήσεις. Τις μεγάλες αδικίες. Τα νέα της χώρας. Τα νέα της πόλης. Της γειτονιάς. Των ανθρώπων μου. Απολύσεις, προσλήψεις, αιώνιες αναμονές. Γεννήσεις, γενέθλια, γάμοι και γιορτές. Αρρώστιες, χτυπήματα, σπασίματα, εξετάσεις, εγχειρήσεις. Θάνατοι. Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρί… Τι πράγμα; Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει… Πέθανε; Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει… Πότε; Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει…
 
Περίμενε. Φωνάζω. Θέλω να κατέβω. Γύρνα πίσω. Διατάζω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Μα δεν μ’ ακούει. Γιατί γυρίζει, γιατί γυρίζει. Σταμάτα. Πάμε λίγες στιγμές πριν. Πάμε πίσω να προλάβουμε. Θέλω να του μιλήσω. Να τον ακούσω. Να τον γνωρίσω λίγο παραπάνω. Έστω να τον αποχαιρετήσω. Μα η γη γυρίζει, μα η γη γυρίζει. 


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-ki-i-gi-girizei-ki-i-gi-girizei-476#.UoShdE-deU0.facebook#ixzz2knKyEMYW

                                                                                                         (Πρώτη Δημοσίευση 14.11.2013)

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

οι Πέμπτες των Ερωτευμένων


Οι Παρασκευές των φωτοσκιάσεων, τα Σάββατα των τακουνιών, οι Κυριακές της ησυχίας, οι Δευτέρες των αθώων, οι Τρίτες των ανύπαρκτων, οι Τετάρτες των γυμνών ποιητών…



Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του Mårten Eskil Winge





Πώς τυχαίνει… και τις τελευταίες Πέμπτες μοιράζομαι γουλιές, λόγια και σιωπές μ’ ερωτευμένους. Μια ιδιαίτερη κατηγορία συνανθρώπων μας που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ελεύθεροι μες τα δεσμά των ανεκπλήρωτων πόθων τους.

 
Με τον Κάπα γνωριζόμαστε χρόνια. Συναντηθήκαμε σχεδόν τυχαία και αποφασίσαμε να ακουμπήσουμε τα «γεια τι κάνεις» που χρωστούσαμε, σε μια μπάρα. «Για πες…». Λίγο αναμνήσεις, λίγο επαγγελματικά, λίγο κρίση, λίγο τελευταία νέα… κυλούσε χαλαρά το βράδυ με κοινούς γνωστούς να παρελαύνουν, να διακόπτουν, να εξελίσσουν ή να αποπροσανατολίζουν την κουβέντα. Ξαφνικά ο συνομιλητής μου, καθαρίζει το τοπίο από εισβολές και μετά από τρεις ώρες ουσιαστικής μα άσχετης κουβέντας, ανοίγει σαν ρόδι την καρδιά του. Τρέμουν τα χείλη, ντρέπεται, πώς να το πει… είναι 30φεύγα και ξανά για πρώτη φορά ερωτευμένος. Αυτή του τη σπάει, τη λατρεύει, τον θυμώνει, τον γητεύει, τον ξενυχτά τα βράδια, σηκώνεται από το όνειρο και της μιλάει, παραμιλάει γι’ αυτήν στο γάτο , στον τοίχο, στο ταβάνι. Γυάλιζαν τα μάτια, τα χέρια αμήχανα στην μπάρα, στο ποτήρι, στο πρόσωπο… σαν να προσπαθεί να ξεκολλήσει την απουσία από το μυαλό του… ή να την συγκρατήσει μην του φύγει, ποτέ.

 
Την επόμενη Πέμπτη τριγυρνούσα βράδυ σόλο στην πόλη. Πάρκαρα σε ένα στέκι, άκουσα ωραίες μουσικές, παρήγγειλα κρασί, ξεφύλλιζα έντυπα. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να φύγω, εμφανίστηκε ο Χι. Ωραίος άνθρωπος. Βράχος και κλαράκι. «Ο μαύρος Πιτ» είχα πει όταν τον είχα πρωτοσυναντήσει 18 χρόνια πριν. Τότε που όλα γύρω μου σαν κινούμενα σχέδια μοιάζανε. Ο μαύρος Πιτ δεν χρειάστηκε πολύ ώρα για να ξεκλειδώσει τα μπαούλα του. «Είμαι ερωτευμένος» δήλωσε κι αυτός κι άρχισε να μεταμορφώνεται. Κι έγινε ξαφνικά ο Πλούτο, ο Ντόναλντ, κατακόκκινο παπί έρμαιο κάτω από τη σαρωτική ορμή μιας ροζ ζωγραφισμένης γόβας, έγινε κι ο Γκούφυ, και με μια χούφτα φιστίκια η σούπερ του εκδοχή… που δεν φοβάται, δεν κάνει γκάφες, νικάει ελπίζει, έχει λόγο για να ζει, να δουλεύει, να πονάει, να γελάει, να ομορφαίνει, να ζωντανεύει από το χαρτί, ν’ αποκτά σάρκα και οστά δίπλα μου.

Μιαν άλλη Πέμπτη ζήτησα από τον Ταυ να πάμε θέατρο. «Αδύνατο…» μου είπε. «Οι Πέμπτες είναι νύχτες κινηματογράφου». Είχαν κάτι τόσο απόλυτο οι λέξεις του… όπως και αυτές του Χι, του Κάπα. Άλλος έρωτας κι αυτός. Με τη μεγάλη οθόνη, τις ατάκες, τη σιωπή, τη μουσική. Τα πλάνα τον πλανεύουν, τον γονατίζουν, τον τρελαίνουν, τον προδίδουν, τον αφήνουν μαγεμένο να γυρνάει μόνος στο σπίτι.
 
Πέμπτη μέρα της εβδομάδας… ημέρα του Θεού Θωρ στα αγγλικά και σ’ άλλες γλώσσες. Όπου Θωρ, «θεός του κεραυνού και της αστραπής που συνασπίζεται με τους ανθρώπους εναντίον άλλων θεών». Μακάρι ο ξανθός νονός αυτής της μέρας να μας προστάτευε κι από τους δαίμονες. Αυτούς που μας κάνουν να ξεχνάμε… πόσο επαναστατική πράξη… είναι ο έρωτας. Αντίδοτο φαρμάκι γιατρικό. Στην κάθε μέρα.



Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-oi-pemptes-ton-eroteimenon-475#ixzz2kKtEnWzC

                                                                                                   (Πρώτη Δημοσίευση: 7/11/2013)

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Φτάνει, είπα






Μια συνομιλία με τη ζωγραφική της Κωνσταντίνας Βαλερά*






«Μην αφήνεις ποτέ την τελευταία σου μπουκιά… αυτή είναι η τύχη σου».

Κοιτούσα την τύχη μου με μούτρα και αποστροφή. Φτάνει ρε μαμά δεν θέλω άλλο. Το γιουβαρλάκι… μου ‘κλεινε πράσινα κι ανήθικα το μάτι. Όλη μου η τύχη ζυμωμένη με κιμάδες ρύζια κρεμμύδια κι αβγολέμονα. Σ’ ένα πληγωμένο πιάτο, με διαμελισμένες σάρκες φαγητού, αίματα ζουμιά… σαν πεδίο μάχης.

 

Στο ανορθόγραφο μυαλό μου η τύχη έμοιαζε με τείχη… ψηλά κι απρόσιτα. Πίσω τους φυλακισμένη μια τελευταία μπουκιά. Εχθρός της, το χορτάτο μου στομάχι. Κι η δόλια μάνα, κάποτε χάρτινο ασπρόμαυρο παιδί μετά την κατοχή, δυο μακριές βλεφαρίδες που χτένιζαν για λίγο τον αέρα της απελευθέρωσης κι έπειτα του εμφυλίου, έγχρωμη τώρα κι ολοζώντανη μπροστά μου, σε ρόλο στρατηγού δικτάτορα. «Φάε, είπα.» Φτάνει ρε μαμά δεν θέλω άλλο.

 

Άλλοτε πάλι, στο βαρήκοο μυαλό μου, η τύχη φάνταζε σαν ήχοι. Φωνές παιδιών που παίζουν κάτω στο δρόμο. Μας χωρίζουν εφτά όροφοι και μια τελευταία μπουκιά. «Τέλειωσε το φαΐ σου και κατέβα». Ήχοι. Παιχνιδιού και ξεγνοιασιάς. Κυνηγητό, λάστιχο, κρυφτό. Περιμένετε….σε λίγο θα ‘μαι κι εγώ μαζί σας, νικάω τον πόλεμο και κατεβαίνω. Με τρόπαιο το ρέψιμο της τελευταίας μπουκιάς. Της τύχης μου.

 

Μεγαλώνοντας, αυτή η ίδια τύχη άρχισε να γίνεται σαν τοίχοι. Τοίχοι σπιτιού, του δικού μου κάποτε, «με χολ και κουζίνα καλά όλα κι άγια ηρεμία τάξη κι ασφάλεια»… Τοίχοι μιας ενήλικης ζωής που με περιμένει εκεί έξω. Η τύχη μου ίσον οι τοίχοι ενός γερού σπιτιού, μια οικογένειας, ενός συζύγου, δυο παιδιών, να μην τρων τα γιουβαρλάκια, κι εγώ σαν νέος στρατηγός δικτάτορας να επιμένω. Τύχη ίσον τοίχοι γραφείου, χωρίς παράθυρα, να μην καθυστερούν αναιδή ηλιοβασιλέματα και τεμπέλες θέες την πολύτιμη εργασία. Τύχη ίσον και οι τοίχοι μιας τράπεζας. Μέσα της καλά κλεισμένη κι ασφαλισμένη η ιστορία μου. Οι ως τώρα κόποι και το μέλλον μου. Κι ας είναι απ’ έξω γραμμένη με μπογιά, μια άλλη ιστορία.
 


Κάθομαι τώρα και κοιτώ την τελευταία μου μπουκιά. Την τύχη μου. Την τύχη να έχω ακόμα φαΐ στο πιάτο. Αγαπώ τα γιουβαρλάκια κι ας μην ξέρω να τα φτιάχνω. Τα χάιδεψα με το κουτάλι. Τα μύρισα ένα ένα. Τα γεύτηκα αργά να μην τελειώσουν. Κι όμως… Γύρω τους τείχη γκρεμισμένα. Μοναδικός εχθρός τους πλέον μια κοινωνία που σου κλέβει την μπουκιά απ’ το στόμα. Ακούω τους ήχους μιας ακόμα διαδήλωσης. Μιας παρέλασης. Μιας επίδειξης άμυνας και δύναμης μιας αδύναμης παραδομένης χώρας. Στους τοίχους μου βλέπω σκιές, σοβάδες και ρωγμές. Ευτυχώς βλέπω και χρώματα. Πορτοκαλιά όρεξης, κόκκινα πάθους, πράσινα υπομονής, γαλάζια ονείρων… Κι αυτό είναι η μόνη μου τύχη. Είναι και η τελευταία μπουκιά που θα την προστατεύσω μέχρι τέλους. Κι ας μην τη φάω ποτέ. Αφού σου είπα. Φτάνει ρε μαμά δεν θέλω άλλο.








*ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ- Έκθεση της Κωνσταντίνας Βαλερά, στη Αίθουσα Τέχνης Φ.Α.Α.Θ. (Αγ. Σοφίας 38, Θες/νίκη), ως τις 6.11.13.


Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-ftanei-eipa-474#ixzz2jrFoDSQw

                                                                                                      (Πρώτη Δημοσίευση 31.10.13)

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Εγώ κι οι άλλες

 
 
 


                                      Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του René Magritte




Καθρέφτη καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο πραγματική… εγώ ή εσύ;
«Μα αφού είμαστε ίδιες»… μου απαντάει.
 
Πράγματι, στέκομαι απέναντί μου, μοιάζω σχεδόν όπως με θυμάμαι. Πίσω μου το ίδιο σπίτι, ο ίδιος πίνακας, τα ίδια πεταμένα αθλητικά παπούτσια, η ίδια καρέκλα. Ανακουφισμένη, κάνω να απομακρυνθώ.
 
Ακούω ένα γέλιο. Κι αυτό ίδιο με το δικό μου. Μα δεν είχα γελάσει. «Δηλαδή τόσο εύκολα πιστεύεις ό,τι βλέπεις;» ρωτάει το είδωλο μου. Τρομαγμένη, βάζω τα παπούτσια κι εξαφανίζομαι. Η καρέκλα πέφτει. Η άλλη κάνει ακριβώς το ίδιο. Μόνο που εκείνη συνεχίζει να γελάει.
 
Κατεβαίνω σκάλες βγαίνω στο δρόμο. Τη βλέπω στη βιτρίνα του φούρνου, στο προποτζίδικο, στο τζάμι ενός αυτοκινήτου. Βάζει μπρος και ξεκινάει. Πού πας… τσιρίζω… είναι κλειστοί οι δρόμοι. Τρέχω από πίσω της. Κολλάει τ’ αμάξι στο μποτιλιάρισμα. Βρίζει την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν, σαββατόβραδο, να οργανώσουν νυχτερινό αγώνα δρόμου. Α να χαθείς ξενέρωτη… της λέω και πάω, ακμαία κι αθλητική, με τα πόδια.
 
Φτάνω στο δημαρχείο. Έχει πολύ κόσμο. Στριμώχνομαι ανάμεσα σε νούμερα, κουβέντες, επιδόσεις, σορτσάκια, φόρμες, πόζες για το facebook. Είμαι μόνη κι όλα μου φαίνονται περίεργα και ξένα. Λίγο πιο κει διακρίνω ένα άλλο είδωλό μου, μέσα σε μια παρέα, να κάνει χαχανίζοντας διατάσεις και να φωτογραφίζεται. Κοίτα την ύφος… λέω από μακριά.
 
Ξεκινάμε να τρέχουμε. Όλη η Τσιμισκή στα πόδια μου. Σλάλομ ανάμεσα σε λαχανιάσματα, μπλουζάκια, χαμόγελα, φλας, καρότσια, μπαλόνια. Να κι η Ναυαρίνου, η Παύλου Μελά, (με βλέπω να περιμένω με το ποδήλατο στο φανάρι), η Ικτίνου (κι εκεί είμαι, μ’ εμψυχώνω από απέναντι), η Αγία Σοφίας (το είδωλό μου τώρα αδιαφορεί για τον αγώνα και κοιτάει λαίμαργα μια βιτρίνα με μπότες), η Καρόλου Ντηλ (δεν την πιστεύω… κάθεται χαλαρή και πίνει ποτά;), η Αριστοτέλους (να τη πάλι… βγάζει βόλτα το σκύλο μου ή μήπως το είδωλό του), η Ίωνος Δραγούμη, να και μια νύφη, χειροκροτούν οι δρομείς, (με βλέπω με τακούνια και λαμέ να ακολουθώ το ζευγάρι), τα Λαδάδικα, τα Δικαστήρια, στροφή για λεωφόρο Νίκης. Το Κλειώ κάνει βόλτες στον Θερμαϊκό (κι εγώ πάνω του χαζεύω την πόλη από έξω). Ο Λευκός Πύργος μινιατούρα μπιμπελό στο βάθος. Μεγαλώνει και πλησιάζει όλο και πιο κοντά. (Με διακρίνω στις πολεμίστρες). Έλα, λίγα μέτρα ακόμη. Έλα. (Μια ακόμη εκδοχή μου, στέκεται στον τερματισμό με το χρονόμετρο στο χέρι- κοροϊδεύει τις δυνάμεις μου που με εγκαταλείπουν). Τι κάθεσαι και κοιτάς… έλα να βάλεις ένα χεράκι… ελάτε κορίτσια… όλες μαζί… ψελλίζω ασθμαίνοντας.
 
Και τότε ξεσηκώθηκαν όλες. Η ξαπλωμένη τεμπέλα που καθρεφτιζόταν στην οθόνη της τηλεόρασης, εκείνη μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή, η άλλη που έπινε την αντανάκλασή της στο ποτήρι, η μέσα στο κολλημένο αμάξι, η πάνω στο ποδήλατο, η δίπλα στο σκύλο… Τότε μόνο κατάφερα να τερματίσω. Όταν αποδέχτηκα τις άλλες μου εκδοχές… και γίναμε μαζί… ένα.



Πηγή http://www.exostispress.gr/Article/methismeno-paramithi-ego-ki-oi-alles-473#.UmkpeY5kUO8.facebook#ixzz2ilQdDk9U

                                                                                                          (Πρώτη Δημοσίευση 24.10.2013)