Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010


Ο ασφαλιστικός φορέας

Μια συνομιλία με τη ζωγραφική του René Magritte
 
 
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πλούσιος. Για να διασφαλίσει την περιουσία του την κατέθεσε σε μια τράπεζα της Ελβετίας που ρητώς και γραπτώς κι επισήμως τον διαβεβαίωσε ότι δεν έχει να φοβάται τίποτα, εκτός από την καταστροφή του πλανήτη.
(Η καταστροφή του πλανήτη ήταν βέβαια καθ’ οδόν αλλά αυτό θα απασχολούσε τον πλούσιο μόνο σε περίπτωση που υπήρχε η δυνατότητα μετοίκησης σε άλλον πλανήτη και μεταφοράς των δικαιωμάτων του από τον πρώην πλανήτη στον καινούριο)
Ο πλούσιος, ασφαλής πλέον και διασφαλισμένος συνέχιζε να διάγει τον βίο του. Σε περίπτωση θανάτου οι κληρονόμοι του θα μπορούσαν να καρπωθούν την περιουσία σύμφωνα με τους εκάστοτε νόμους και να ανησυχήσουν αυτοί για την καταστροφή του πλανήτη.
Η ελβετική τράπεζα συνέχιζε περήφανα να διαφημίζεται σε στάσεις λεωφορείων, στο μετρό, στις τηλεοράσεις προβάλλοντας τους περιχαρείς πλουσίους που δεν είχαν κανέναν λόγο ανησυχίας. Η ασφάλιση των πολύτιμων τους χάριζε αυτόματα χαμόγελο, μοντέρνα ρούχα, φίλους και λιακάδα πάνω από τα κεφάλια τους.
 
 
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τίμιος. Δεν είχε περιουσία για να τη διασφαλίσει, ούτε πρόθεση να μετακομίσει στην Ελβετία. Τα δικά του πολύτιμα ήταν το κούτελό του και τα χέρια του. Δεν χρωστούσε πουθενά, έκανε σωστά την δουλειά του, δεν κορόιδεψε ποτέ κανέναν και πού και πού έβαζε μια κρεμούλα στα χέρια για να τα προστατέψει. Μέχρι την καταστροφή του πλανήτη, είπε κι αυτός και συνέχισε.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας εργαζόμενος. Ασφάλιση του είπαν από τη δουλειά του. ΙΚΑ, ΤΕΒΕ εκεί μπερδεύτηκε λίγο αλλά τελικά τα κατάφερε. Μέχρι την συνταξιοδότηση σου, του είπαν οι ειδικοί. Μπορεί κι αυτό τελικά να συνέπιπτε χρονικά με την καταστροφή του πλανήτη, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα… Ο εργαζόμενος αισθανόταν τουλάχιστον εξασφαλισμένος.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ερωτευμένος. Τα δικά του πολύτιμα τα εμπιστεύτηκε στον αγαπημένο του. Αδυναμίες, λόγια, φιλιά, μυστικά, όνειρα, σχέδια, μυρωδιές ψυχής, κορμιού, βογκητά έρωτα, ηδονής και πόνου. Η δική του τράπεζα ήταν ο άλλος, το καθαρό του κούτελο, τα χέρια του, η κοινωνική του ασφάλιση κι η προσωπική του διασφάλιση. Μέχρι να καταστραφεί ο πλανήτης, υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλον. Όπου πλανήτης εκείνο το μαγικό τοπίο που ακούει και στο όνομα αγάπη.
Δηλαδή;
Ο ερωτευμένος άνοιξε εγκυκλοπαίδειες, λεξικά…, googlαρε  την αγάπη στο internet . Ρώτησε τραγούδια, βιβλία, καφέδες, σοφούς, μάγειρες, παιδιά, ψυχαναλυτές, αστρολόγους… Ρώτησε κι έναν πλούσιο, έναν τίμιο κι έναν εργαζόμενο.
Ο εργαζόμενος του είπε ότι αγάπη είναι να αποδέχεσαι τις παρακρατήσεις.
Ο τίμιος του είπε ότι αγάπη είναι να πλένεις το κούτελό σου και να βάζεις κρέμα στα χέρια σου
Ο πλούσιος του είπε ότι αγάπη είναι να μην πετάς ποτέ τις αποδείξεις.
Αφού μελέτησε τις παραχωρήσεις και τους συμβιβασμούς που χρειάστηκε να κάνει, αφού πήρε βεβαίωση από τον καθρέφτη του για την καθαρότητα του κούτελού του, αφού προσπάθησε να περιποιηθεί τα ταλαιπωρημένα του χέρια, ο ερωτευμένος ξανακοίταξε τις αποδείξεις.
Δειλά κατέγραψε τα συμπεράσματα του:
Ίσως αγάπη είναι να μην μετανιώνω γι αυτά που ξόδεψα.
Ίσως αγάπη είναι ε λοιπόν να αγαπάω κι εμένα όπως εσένα.
Ίσως αγάπη είναι να αποδεχτώ ότι η καταστροφή του πλανήτη είναι γεγονός και κάθε απόπειρα εξασφάλισης του μέλλοντος μάταιη.
Ύστερα ήρθε ένας παραμυθάς και του είπε:
Αγάπη είναι να βρίσκεις λόγια να τελειώνεις ό,τι άρχισες:
 Κι έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. *
 
                                                                              
 
 *Όπου «αυτοί», εκείνοι που δεν πίστεψαν ποτέ στα παραμύθια.
   Όπου «εμείς», όλοι οι υπόλοιποι.